Η στρατιωτική επίθεση κατά της Βενεζουέλας και η απαγωγή του προέδρου Νικολάς Μαδούρο αποτελούν μια γκαγκστερική ενέργεια του αμερικανικού ιμπεριαλισμού που συμπυκνώνει το νόημα του «Πρώτα η Αμερική» και «Ειρήνη μέσω Δύναμης».
Αν υπάρχει κάτι που ξεπερνά σε χυδαιότητα την επίθεση, αυτό είναι η συνέντευξη Τύπου του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ωμά ότι θέλει να αναλάβουν οι ΗΠΑ τη διοίκηση της Βενεζουέλας (!) «μέχρι να υπάρξει μετάβαση». Επανέλαβε τις δημαγωγίες περί ναρκωτικών και «εξαγόμενων» συμμοριών, αλλά υπήρξε απόλυτα ειλικρινής ως προς τις προθέσεις της επέμβασης: Να αναλάβουν οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρίες να εξορύξουν τα τεράστια ανεκμετάλλευτα βενεζουελάνικα αποθέματα. Για την προώθηση αυτών των σχεδιασμών, απείλησε ανοιχτά με «δεύτερο κύμα [χτυπημάτων] αν χρειαστεί», ενώ προειδοποίησε ξεδιάντροπα τις πολιτικές και στρατιωτικές ελίτ της Βενεζουέλας ότι μπορεί να έχουν την τύχη του Μαδούρο αν δεν συμμορφωθούν.
Είναι σαφές ότι θα υπάρξει συνέχεια. Ο «αποκεφαλισμός» του βενεζουελάνικου κράτους δεν σημαίνει και ξήλωμα των μηχανισμών που στήριζαν την εξουσία του Μαδούρο. Η ψυχολογική πίεση των περασμένων μηνών δεν προκάλεσε κάποια κινητοποίηση της αντιπολίτευσης στο εσωτερικό (που ίσως ήταν το «Σχέδιο Α» της καμπάνιας πιέσεων κι απειλών). Αυτήν την πραγματικότητα φαίνεται να πήρε υπόψη ο Τραμπ όταν άδειασε δημόσια την ηγέτιδα της δεξιάς αντιπολίτευσης, Κορίνα Μασάδο: «δεν θα κυβερνήσει αυτή, δε διαθέτει σεβασμό μέσα στη χώρα».
Με αυτήν τη συνθήκη, πώς ακριβώς θα διοικήσουν οι ΗΠΑ τη Βενεζουέλα; Ο Τραμπ έκανε λόγο αφηρημένα για «μια ομάδα» που θα συγκροτηθεί από τον ίδιο. Προς το παρόν φαίνεται να ελπίζει σε ρωγμές μέσα στον κυβερνητικό-κρατικό «μπολιβαριανισμό» (και η επιτυχία της απαγωγής ρίχνει «σκιές» σε αυτό το ζήτημα). Ισχυρίστηκε ότι ο Μάρκο Ρούμπιο επικοινώνησε τηλεφωνικά με την αντιπρόεδρο Ροντρίγκεζ. Προφανώς θα πρόκειται για μια μαφιόζικου τύπου «διαπραγμάτευση», σαν αυτήν που εξελίχθηκε τους προηγούμενους μήνες με τον Μαδούρο, όπου «του δόθηκε διέξοδος, αλλά ήθελε να κάνει τον καμπόσο». Αυτό φαίνεται πως είναι το «Σχέδιο Β»: Με την απαγωγή Μαδούρο, αξιοποιώντας το σοκ του πρώτου χτυπήματος κι επιστρατεύοντας απειλές για επόμενα (και παρασκηνιακά «καρότα»;), να πετύχει τη συνεργασία της πολιτικής-στρατιωτικής ελίτ του «μπολιβαριανισμού». Προς αυτόν το στόχο, είναι ενεργός ο κίνδυνος για νέα καταστροφικά χτυπήματα και για σφίξιμο του στραγγαλισμού της χώρας.
Αρκετοί αφελείς παρεξήγησαν την αποστροφή του Τραμπ στους «ατέλειωτους πολέμους» ως ειρηνισμό. Αλλά ο ίδιος ήταν πάντοτε σαφείς: Για να μην εμπλακούν οι ΗΠΑ σε «ατελείωτους πολέμους», θα χρειαστεί να είναι σε θέση «να τους κερδίζουν γρήγορα». Αυτό επιδιώκει σήμερα η Ουάσινγκτον. Αλλά αν αποτύχουν τα σχέδια εντοπισμού «προθύμων» στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, ο Τραμπ θα βρεθεί αντιμέτωπος με την διαχρονική αλήθεια ότι η «διοίκηση» απαιτεί «μπότες στο έδαφος». Σήμερα δεν αποκλείει αυτό το ενδεχόμενο, «αν η Ροντρίγκεζ δεν κάνει ό,τι θέλουμε». Αλλά οι «μπότες στο έδαφος» είναι πολύ διαφορετική υπόθεση από την χρήση συντριπτικής ισχύος από θάλασσα κι αέρα. Αν και ο εκφυλισμός της «Μπολιβαριανής Διαδικασίας» έχει υπονομεύσει τη στήριξη στην κυβέρνηση, το λαϊκό αίσθημα κατά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού μπορεί να ενεργοποιηθεί σε συνθήκες ξένης επέμβασης, κάνοντας αμφίβολα τα αποτελέσματα μιας χερσαίας εισβολής κι ανοίγοντας το δρόμο σε «ατελείωτους πολέμους».
Όμως η σημασία όσων συνέβησαν στις 3 Γενάρη ξεπερνά τη Βενεζουέλα. Η επίθεση στο Καράκας αφορά και τα πετρέλαια και την πολιτική καριέρα του Μάρκο Ρούμπιο (που στηρίζεται στους μηχανισμούς των δεξιών εμιγκρέδων στη Φλόριντα) και την «αντισοσιαλιστική» ψύχωση που καλλιεργείται μέσα στο κίνημα MAGA (κατά υπαρκτών κι ανύπαρκτων σοσιαλιστών). Αλλά πάνω απ’ όλα είναι μια επίδειξη δύναμης και ένα μήνυμα διεθνούς εμβέλειας. Το στρατόκαυλο «μάτσο» παραλήρημα του ανεκδιήγητου Πιτ Χέγκσεθ, για την φονική ισχύ του αμερικανικού στρατού και την ελευθερία δράσης που απέκτησε επί Τραμπ, δεν απευθυνόταν στη Βενεζουέλα, αλλά σε όλο τον πλανήτη, με την ανατριχιαστική αποστροφή: «Καλωσήρθατε στο 2026».
Στη διάρκεια της συνέντευξης Τύπου ακούστηκε ότι η πολιτική ηγεσία της Κούβας «πρέπει να ανησυχεί λίγο» και ότι ο πρόεδρος της Κολομβίας καλά θα κάνει «να φυλάει τον κώλο του». Όπως είχε διαφανεί από τις πρώτες δηλώσεις Τραμπ μετά την ορκωμοσία του και όπως κωδικοποιήθηκε επίσημα στη Νέα Αμερικανική Στρατηγική Ασφαλείας, οι ΗΠΑ επαναφέρουν το «Δόγμα Μονρόε» (απαραβίαστης αμερικανικής ηγεμονίας στο δυτικό ημισφαίριο) με το λεγόμενο «Τραμπικό συμπλήρωμα». Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός επιστρέφει στην «πίσω αυλή» του, την οποία είχε παραμελήσει -χάνοντας σημαντικό έδαφος- τα προηγούμενα χρόνια.
Η «κατανόηση» με την οποία αντιμετωπίζει ο Τραμπ τις αξιώσεις του Πούτιν στην Ουκρανία είναι η άλλη όψη της «διακριτικότητας» με την οποία αντιμετώπισε η Μόσχα το γκαγκστερικό χτύπημα στη Βενεζουέλα. Είναι η κοινή γλώσσα του «δικαιώματος» των Μεγάλων Δυνάμεων σε προνομιακές σφαίρες επιρροής. Οι εξευτελιστικές «αντιδράσεις» των περισσότερων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων (με τον Μητσοτάκη να ξεχωρίζει για άλλη μια φορά…) και τα μισόλογα άλλων εκθέτουν ανεπανόρθωτα την προσπάθεια της Ε.Ε. να παρουσιαστεί ως «τελευταίο οχυρό» της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων και του Διεθνούς Δικαίου. Καταπίνει τον Τραμπισμό με λίγες «γκρίνιες» και θυμάται να καταγγείλει με θόρυβο το «δίκαιο του ισχυρού» μόνο όταν κινδυνεύουν οι δικές της θέσεις (Ουκρανία).
Η περίφημη «βασισμένη σε κανόνες διεθνής τάξη» ποτέ δεν υπήρξε αυτό που παρουσιαζόταν. Ποτέ δεν λειτούργησε ως φρένο στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις. Αλλά έθετε ένα πλαίσιο στην αλληλεπίδραση μεταξύ κρατικών σχηματισμών του οποίου η παραβίαση ήταν η «εξαίρεση» και το οποίο διαμόρφωνε και τις κοινωνικές αντιλήψεις. Γι’ αυτό και όταν επρόκειτο να παραβιαστεί, χύνονταν τόνοι μελάνι σε μακρόχρονες καμπάνιες προετοιμασίας της κοινής γνώμης, προηγούνταν συσκέψεις και συνεδριάσεις εντός των «διεθνών θεσμών» κ.ο.κ. Η κατεδάφιση αυτής της «τάξης» τα τελευταία 3-4 χρόνια, καταργώντας τα προσχήματα, λύνει πλήρως τα χέρια των μεγάλων δυνάμεων, δημιουργεί επικίνδυνα «παραδείγματα προς μίμηση» για πολλές τοπικές/περιφερειακές δυνάμεις και -κυρίως- εκπαιδεύει τις κοινωνίες στην αποδοχή αυτής της νέας κανονικότητας.
Ο πολεμικός καπιταλισμός παρουσιάζεται χωρίς φτιασίδια και πετάει το γάντι σε όσους κι όσες ενδιαφέρονται για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη να αναμετρηθούν μαζί του. Σε αυτές τις συνθήκες, η ανάγκη για αντιιμπεριαλιστική-αντιπολεμική πάλη γίνεται κατεπείγουσα, ενώ η σύνδεσή της με την αντικαπιταλιστική πολιτική και στρατηγική γίνεται υποχρεωτική.
