Πριν λίγες μέρες γράφαμε (https://rproject.gr/article/i-kyvernisi-anastasiadi-mprosta-stin-teleia-kataigida) πως η κυβέρνηση Αναστασιάδη βρίσκεται μπροστά σε μια «τέλεια καταιγίδα» που η ίδια δημιούργησε και πως μπαίνουμε σε μια περίοδο πυκνών πολιτικών εξελίξεων. Λέγαμε ότι είναι και στο χέρι μας να καθορίσουμε αν αυτές θα τροφοδοτήσουν τις εθνικιστικές δυνάμεις ή την αναζωπύρωση ενός κινήματος από τα κάτω. Αυτές τις μέρες ζούμε το δεύτερο σενάριο.

Στις 20 Φλεβάρη πραγματοποιήθηκε στη Λευκωσία μια από τις μεγαλύτερες -αν όχι η μεγαλύτερη- διαδήλωση των τελευταίων δεκαετιών στο νησί. Μια πορεία στην οποία συμμετείχαν περίπου 10 χιλιάδες άνθρωποι. Τεράστιο νούμερο, αν αναλογιστεί κανείς πως πρόκειται για μια πόλη των 300.000, τα διατάγματα απαγόρευσης των συναθροίσεων παραμένουν σε ισχύ και πως οι τελευταίες διαδηλώσεις, ακόμα και προ πανδημίας θεωρούνταν πετυχημένες όταν ξεπερνούσαν τα 600 άτομα. Βασικά συνθήματα του καλέσματος ήταν η εναντίωση σε μια σειρά από προβλήματα που ταλανίζουν την κοινωνία της Κύπρου: από τη διαφθορά του πολιτικού και θρησκευτικού κατεστημένου και την προβληματική αντιμετώπιση της πανδημίας από το κράτος σε όλα τα επίπεδα μέχρι τη βία της αστυνομίας, το φασισμό και την απάνθρωπη μεταχείριση των μεταναστών και των προσφύγων. Ας εξετάσουμε όμως τα γεγονότα από την αρχή όπως αρμόζει σε μια τόσο ιστορική μέρα – νίκη του πιο προοδευτικού τμήματος της κοινωνίας απέναντι στο συντηρητικό κράτος της δεξιάς κυβέρνησης Αναστασιάδη.

Η αρχή έγινε πέρυσι στις αρχές Ιουνίου, μετά το πρώτο σοκ εγκλεισμού που υπέστη η κυπριακή κοινωνία μαζί με όλο σχεδόν τον πλανήτη λόγω της πανδημίας και των απανωτών   lock down. Ήταν από τις πρώτες μέρες που επιτράπηκε η μετακίνηση με λιγότερους περιορισμούς και αυτό έγινε αφορμή για ένα κάλεσμα στον κόσμο να διαμαρτυρηθεί για τις συνθήκες κράτησης στο «κέντρο υποδοχής» αιτητών ασύλου στην Πουρνάρα. Το εγχείρημα ήταν πετυχημένο και στις δύο πόλεις που έγινε. Η κάθε μία από αυτές είχε περίπου 600 άτομα. Άνθρωποι σκασμένοι από τον εγκλεισμό βρήκαν την  ευκαιρία να εκφράσουν την αγανάκτησή τους στον δρόμο, όχι μόνο για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, αλλά και για τους ίδιους, που ζούσαν σε πρωτόγνωρες  συνθήκες καθημερινότητας σε ένα καθεστώς τρόμου από όλες τις πλευρές: ΜΜΕ, κυβέρνηση, μέτρα αστυνόμευσης και απομόνωσης ενάντια στη φύση του ανθρώπου, διότι το κράτος δεν μπορούσε και δεν ήθελε να σηκώσει το υγειονομικό και οικονομικό κόστος μιας πανδημίας που στο σύγχρονο κόσμο θα έπρεπε και θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί  διαφορετικά από το να χτίζουν  σιγά-σιγά ατομικές φυλακές για τον καθένα και την καθεμιά μας. Η λύση της απομόνωσης δεν  ταίριαξε σε μας και βγήκαμε συλλογικά, σιγά-σιγά με επιφύλαξη και φόβο… αλλά η αρχή είχε γίνει, ο δρόμος  ήταν μπροστά.

Οι επόμενοι μήνες δεν επιφύλαξαν δυστυχώς αντίστοιχη συνέχεια και το κίνημα υποχώρησε, παρόλα αυτά η κοινωνία δεν αφέθηκε να αναπνεύσει, από τη μια ήταν τα χρυσά διαβατήρια, και από την άλλη οι αρνητές την πανδημίας που διαμαρτύρονταν για τις μάσκες, τα εμβόλια, το 5G, τη γη που έγινε επίπεδη και την «αγία κοινωνία» που αντιμετωπίζει και τον ιό. Πολύς κόσμος παρακολουθούσε εμβρόντητος και με αμηχανία το κράτος Αναστασιάδη  να επωφελείται από την πανδημία για να προχωράει τις δουλειές του και ταυτόχρονα να κλείνει το μάτι στο πιο συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας επιβάλλοντας μια ακροδεξιά στροφή σε όλα τα μέτωπα με κεντρικό το κυπριακό. Θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Ναι θα μπορούσε, αν μιλούσαμε για ένα κράτος με ισχυρά συστήματα δημόσιας υγείας, παιδείας και κοινωνικής πρόνοιας. Αν μιλούσαμε για ένα κράτος που θα μπορούσε να εμπιστευτεί ο κόσμος ,τότε τα πράγματα ,ίσως να ήταν διαφορετικά. Είναι, όμως, ένα νεοφιλελεύθερο κράτος βουτηγμένο στη διαφθορά που δίνει παροχές με το σταγονόμετρο και καταστολή με το κιλό…

Ξανά εγκλεισμός λοιπόν μέσα στις γιορτές του χειμώνα. Ο πρόεδρος να κατηγορείται πως έβγαλε εκατομμύρια από τα χρυσά διαβατήρια και τα μετέφερε σε βαλίτσες στις Σεϋχέλλες, ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου να τον προτρέπει να σταματήσουν να κλέβουν και ταυτόχρονα να γκρεμίζει παράνομα διατηρητέα κτήρια στο ιστορικό κέντρο της πρωτεύουσας για να χτίσει ένα ακόμα μεγαθήριο – εκκλησία και παρ’ όλα αυτά να μην υπάρχουν σοβαρές αντιδράσεις. Μέσα σε αυτό το χαμό οργανώσεις του αντιεξουσιαστικού χώρου και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς  καλούν σε εκδήλωση διαμαρτυρίας ενάντια στη διαφθορά, στο φασισμό και την καταστολή και ζητούν την παραίτηση της κυβέρνησης. Αυτό το κάλεσμα στις 13 Φλεβάρη ήταν η αρχή για όσα ακολούθησαν την επόμενη εβδομάδα με την κορύφωση στις 20 του ίδιου μήνα. Εκείνο το απόγευμα στις 13 Φλεβάρη συγκεντρώθηκαν περίπου 500 άτομα για να διαμαρτυρηθούν ειρηνικά. Όμως απέναντί τους βρήκαν πρωτοφανείς για τα κυπριακά δεδομένα δυνάμεις καταστολής. Η κυβέρνηση με πρόσχημα τα υγειονομικά μέτρα ήθελε πάση θυσία να διαλύσει τη συγκέντρωση και να τσακίσει το πιο προωθημένο κομμάτι της κοινωνίας που όχι απλώς δεν είναι ψηφοφόροι της αλλά που για πρώτη φορά τα αιτήματά της έφερναν τη κυβέρνηση σε δύσκολη θέση. Κάπως έτσι ξυπνήσαν τα ακροδεξιά αντανακλαστικά: με πρωτόγνωρη αγριότητα χτυπήσαν και συνέλαβαν διαδηλωτές χωρίς αφορμή και ως επιστέγασμα της βαναυσότητας δοκίμασαν πάνω σε παιδιά που χόρευαν στο δρόμο το νέο απόκτημα τους, το «αντιοχλαγωγικό όχημα ΑΙΑΝΤΑΣ» μια αύρα με κανόνι νερού. Το αποτέλεσμα ήταν 11 συλλήψεις και 15 τραυματισμοί μεταξύ των οποίων της Αναστασίας που η απευθείας ριπή του κανονιού στα μάτια της στοίχησε ένα χειρουργείο και μερική απώλεια όρασης.

Ακολούθησε μια χωρίς προηγούμενο κατακραυγή για την αστυνομική βία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που επηρέασε ακόμα και τα συστημικά ΜΜΕ και ανάγκασε σχεδόν όλα πολιτικά κόμματα -ακόμα και το ΔΗΣΥ του Αναστασιάδη- να καταδικάσουν τα γεγονότα. Αυτό οδήγησε σε μάχη επίρριψης ευθυνών μεταξύ της υπουργού δικαιοσύνης Γιολίτη και της αστυνομίας, με την υπουργό να απολαμβάνει -προς το παρόν τουλάχιστον- την πλήρη κάλυψη του Αναστασιάδη. Δόθηκαν οι γνωστές υποσχέσεις για εξεταστικές επιτροπές που θα ρίξουν φως και φυσικά άρχισε η αντεπίθεση με επιχείρημα πως οι διαδηλώσεις είναι παράνομες και δεν φτάνει που οι διαδηλωτές δεν σέβονται τη δημόσια υγεία είναι και ακροαριστεροί εθνομηδενιστές. Αυτή τη φορά όμως συνέβη κάτι πρωτοφανές. Η κυβέρνηση και τα δεξιά ΜΜΕ όχι απλώς δεν κατάφεραν να επιβάλλουν τη δική τους ατζέντα αλλά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στην κατακραυγή. Έτσι είδαμε για σύσσωμη την ομάδα επιδημιολόγων να αδειάζει την κυβέρνηση υποστηρίζοντας δημόσια πως οι συναθροίσεις σε ανοιχτούς χώρους δεν αποτελούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (σε αντίθεση με τα malls που παραμένουν ανοιχτά) και νομικούς να αμφισβητούν ανοιχτά την συνταγματικότητα των διαταγμάτων. Η κυβέρνηση βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο, το ΑΚΕΛ αναγκάστηκε να πάρει θέση και το συντονιστικό του κινήματος «Ως Δαμέ», (που σημαίνει ως εδώ) ξανακαλεί σε διαδήλωση για τις 20 Φλεβάρη. Στον δρόμο λοιπόν να νικήσουμε τον τρόμο.

Έτσι έγινε μία από τις μαζικότερες και πιο εντυπωσιακές διαδηλώσεις που έχει δει το νησί με συνθήματα υπέρ των εργαζόμενων και των μεταναστών, της ειρήνης και την επανένωσης του νησιού και κατά της διαφθοράς, του εθνικισμού, της καταστολής και του θρησκευτικού κατεστημένου. Άμεσο αίτημα ήταν και πάλι η παραίτηση της κυβέρνησης και μέτρα για την πανδημία που θα ανακουφίσουν τις ευάλωτες ομάδες και όχι μόνο. Ήταν μια διαδήλωση υποδειγματική, με περιφρούρηση,  χρήση μασκών τήρηση των αποστάσεων και τρομερό παλμό. Νίκη όπως και να το δεις. Νίκη που ξάφνιασε ακόμα και τον πιο αισιόδοξο από εμάς και μάλιστα μια νίκη που χρεώνεται στους «άπλυτους και στις άπλυτες» μιας κοινωνίας που το ίδιο της το πολιτικό σύστημα ζέχνει. Μια νίκη για αυτούς που επέμεναν να κατεβαίνουν στο δρόμο ακόμα και όταν ήταν πενήντα ή εκατό.  Για τα δικαιώματα των εργαζόμενων, των γυναικών, των ΛΟΑΤΚΙ και των μεταναστών γιατί αυτό πιστεύουν πως πρέπει να κάνουν για να αλλάξει η κοινωνία. Είναι όμως κυρίως μια νίκη της κυπριακής κοινωνίας που έδειξε τελικά πως έχει αντανακλαστικά και πως όταν το θελήσει μπορεί με μια σπρωξιά να τους στείλει στα αζήτητα της ιστορίας. Είναι από τις μέρες τις παράξενες που σου δίνουν καύσιμα για άλλα τόσα χρόνια προσπάθειας και δουλειάς μέχρι την τελική νίκη.

Ετικέτες