Στην 150η επέτειο της Παρισινής Κομμούνας, η Ρόζα Μουσσάουι θυμάται τον ξεσηκωμό που σάρωσε την αποικιοκρατούμενη Αλγερία την ίδια ώρα που στο Παρίσι ανακηρυσσόταν μια Δημοκρατία για όλους κι όλες. Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στα Γαλλικά στην l’Humanité και σε Αγγλική μετάφραση στην al-Muzāharāt.

Το άρθρο συνοδεύεται από μια ιστορική επισκόπηση:

1832-1837: Ο Αμπντ Ελ Καντέρ (Abd El Kader) ξεσηκώνεται εναντίον της Γαλλικής αποικιοκρατικής κατοχής, που κατέληξε στην Συμφωνία της Τάφνα. [1]

1848: Μετά την παράδοση του Αμπντ Ελ Καντέρ, η Αλγερία ανακηρύχτηκε επισήμως «Γαλλική επικράτεια».

1850-1870: Εξεγέρσεις στα Όρη Ωρές και στις περιοχές της Καβυλίας αντιμετωπίζουν αιματηρή καταστολή. Ο λιμός θερίζει την Αλγερία. 

Μάρτιος – Απρίλιος 1871: Η εξέγερση της Καβυλίας, υπό την ηγεσία του Ελ Μοκράνι (El Mokrani) και του Σεΐχη Αχεντάντ (Sheikh Aheddad) εξαπλώνεται στις γειτονικές περιοχές. 

--------------------------------

Από την έναρξη της εποχής της Γαλλικής αποικιοκρατίας, η Αλγερία αναταρασσόταν από εξεγέρσεις. Μία από τις πιο σημαντικές, υπό την ηγεσία του Σεΐχη Ελ Μοκράνι, εξαπλώθηκε στα τρία τέταρτα της χώρας μέχρι τον βίαιο θάνατο του. 

Η Ελευθερία είναι από τις πιο μεταδοτικές επιθυμίες. Πάντοτε, ο ξεσηκωμός ενός λαού πυροδοτεί τη φλόγα της εξέγερσης και αλλού –και η Κομμούνα συνέβη ταυτόχρονα με μια εξέγερση που θα μπορούσε να έχει σταματήσει  το Γαλλικό αποικιακό εγχείρημα στην Αλγερία. Τον Μάρτιο του 1871, εξαιτίας της αστάθειας που προκάλεσε η ήττα στο Σεντάν και η εξεγερσιακή διάθεση που είχε καταλάβει το Παρίσι, στην άλλη όχθη της Μεσογείου, στην περιοχή της Καβυλίας, φυλετικές ομοσπονδίες θα προκαλούσαν έναν πραγματικό πόλεμο εναντίον των κατακτητών. Η εξέγερση, που ήταν η πιο σημαντική από την άποψη του μεγέθους και της (τραγικής) κατάληξης από την αρχή των κατακτήσεων το 1830, ηγούνταν από έναν αινιγματικό και τρομακτικό αρχηγό, τον Σεΐχη Ελ Μοκράνι, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μοχάντ Αΐτ Μοκράνε. 

«Ο Μεγάλος Άρχοντας του σπαθιού»

Γιος του εθιμοτυπικού αρχηγού της (βορειοκεντρικής) Μεντζιάνας (Medjana), στις ψηλές πεδιάδες, ο Ελ Μοκράνι, γεννηθείς το 1815, δεν ενσάρκωνε πάντα το πνεύμα της επανάστασης ενάντια στους Γάλλους εισβολείς. Η οικογένεια του αρνήθηκε, ακόμα και το 1830, να υποστηρίξει στρατιωτικά τον Εμίρη Αμπντ Ελ Καδέρ. Η αποικιακή ιστοριογραφία περιγράφει τον Ελ Μοκράνι ως έναν  «μεγάλο άρχοντα του σπαθιού» (grand seigneur d’épée) με «ιπποτική γενναιότητα», ο οποίος είχε αναγνωριστεί ως «κυρίαρχος όλων των εδαφών που γειτνιάζουν με την περιοχή της φυλής του», ώστε η Γαλλία αρχικά επεδίωξε, την υποστήριξη του ή έστω την ουδετερότητά του. Παρόλα αυτά, η βαρβαρότητα των κατακτητών, η αυθαιρεσία και η αδικία της αποικιοκρατικής τάξης, εξάντλησε τα όρια αυτής της άγραφης συμφωνίας μη επιθετικότητας. Αν και είχε ηττηθεί το 1857 μετά από δεκατέσσερις διαδοχικές στρατιωτικές εκστρατείες –με αποτέλεσμα μια καταστροφή ασυνήθιστης βαρβαρότητας– η Καβυλία δεν είχε υποταχθεί ποτέ πραγματικά στην αποικιακή κυριαρχία. 

Από τη φτώχεια, επανάσταση

Πολυάριθμες εξεγέρσεις είχαν ήδη συμβεί ως αντίδραση στην ταπείνωση, στην καταπάτηση της γης, στον εκτοπισμό ολόκληρων πληθυσμών, στην διάλυση της κοινωνικής δομής: πάνω από όλα, ενάντια στη φτώχεια στην οποία είχε πέσει ο πληθυσμός, με τους λιμούς –και ιδιαίτερα το μεγάλο λιμό του 1857– να προκαλούν τους ξεσηκωμούς. Όμως «οι εξεγέρσεις είχαν τελειώσει, μέχρι που ο πόλεμος εναντίον της Πρωσίας αναζωπύρωσε την ιδέα της ανεξαρτησίας στις τάξεις των ιθαγενών [indigènes]», έγραφε το 1880 ο Ζουστ-Ζαν Ετιάν Ρόε (Just-Jean Étienne Roy) στο βιβλίο του «Η Ιστορία της Αλγερίας» ( Histoire de l’Algérie).

«Όχι μόνο αυτό, (συνεχίζει ο Ρόε), αλλά επιπλέον δεν είχαμε πια στρατό στην Αφρική, κάτι που είναι απαραίτητο για να επιβάλλουμε το σεβασμό. Οι συνθήκες ήταν επομένως υπερβολικά ευνοϊκές για να μην τις εκμεταλλευτούν οι τοπικοί πληθυσμοί, πληθυσμοί που ανέκαθεν ανέχονταν  την κυριαρχία μας με ανυπομονησία, που δεν είχαν ποτέ παραδοθεί παρά μόνο για να ανασυγκροτήσουν τις δυνάμεις τους προκειμένου να ξεσηκωθούν ξανά». 

Ο στρατός των 10,000 

Στη διάρκεια της προηγούμενης χρονιάς, η κατακραυγή είχε ξεσηκώσει τις κοινότητες των χωριών. Παρά την επίσημη απαγόρευση από τις αποικιοκρατικές αρχές, εκλέχτηκαν tijmaain, συνελεύσεις χωριών. Στις 12 Ιουνίου 1869, ο Στρατάρχης ΜακΜάχον (Marchall MacMahon) προειδοποιούσε το Παρίσι: «Οι Καβύλιοι θα παραμείνουν ήσυχοι, μόνο στο βαθμό που δεν τους παρουσιάζεται μια ευκαιρία να μας εκδιώξουν από τη χώρα τους!». Ήταν ο Ελ Μοκράνι, επικεφαλής ενός στρατού 10.000 μαχητών, αυτός που στις 15 Μαρτίου 1871 έδωσε το σήμα για εξέγερση, η οποία έδειξε τη θεαματική της δύναμη στις 8 Απριλίου, με το κάλεσμα για ξεσηκωμό από τον ηλικιωμένο Σεΐχη Αχεντάντ, τον πνευματικό ηγέτη της συνομοσπονδίας των Ραχμανίγια (Rahmaniya) –ένα κάλεσμα στο οποίο ανταποκρίθηκαν 250 φυλές, συγκεντρώνοντας δεκάδες χιλιάδες μαχητών. 

Η εξέγερση εξαπλώθηκε ανεξέλεγκτα στις ανατολικές και νότιες περιοχές της χώρας, από άκρη σε άκρη, φτάνοντας στο λαό της Κωνσταντίνης. Στα δυτικά, οι επαναστάτες έφτασαν σχεδόν στα τείχη του ίδιου του Αλγερίου –αν και η συντριβή της Παρισινής Κομμούνας θα συνέβαλε στην ήττα των Αλγερινών επαναστατών. Αφού σφαγιάστηκε ο λαός του Παρισιού, οι στρατιωτικές αρχές ήταν πλέον ελεύθερες να ανασυγκροτήσουν ένα δυνατό στρατό στην Αφρική: ο Ναύαρχος Γκιντόν (Admiral Gueydon) κινητοποίησε 100.000 στρατιώτες και μια πολεμική μηχανή ανώτερη ακόμα και από εκείνη που είχε επιβάλει την παράδοση την Καβυλίας το 1857. 

Θάνατος, εξορία, αναγκαστική επιστράτευση

Στις 5 Μαΐου, σκοτώθηκε ο Ελ Μοκράνι και με το θάνατό του έσπασε το πνεύμα της εξέγερσης. Συνεχίστηκε όμως κατά τους επόμενους εννέα μήνες, όπως και η ανηλεής καταστολή της. Το σύνολο του πληθυσμού στοχοποιήθηκε και πολλές δεκάδες χιλιάδες εξεγερμένων σκοτώθηκαν. Ολόκληρα χωριά καταστράφηκαν, οικογένειες αποδεκατίστηκαν ή εκτοπίστηκαν. Με την συντριβή της επανάστασης, 450.000 εκτάρια γης κατασχέθηκαν και μοιράστηκαν σε νέους εποίκους που προέρχονταν από τις περιοχές της Αλσατίας και Λορένης. Το 1873, περισσότεροι από 200 επικεφαλείς των εξεγερμένων καταδικάστηκαν από δικαστήριο της Κωνσταντίνης σε εξορία στις σωφρονιστικές αποικίες της Καγιέν και της Νέας Καληδονίας, όπου θα συναντούσαν τους [εκτοπισμένους] Κομμουνάρους/ες. «Τους βλέπαμε να έρχονται με τους μεγάλους λευκούς μανδύες του Μαγκρέμπ», έγραφε η Λουίζ Μισέλ στα απομνημονεύματά της. «Οι Άραβες, εξορισμένοι επειδή ξεσηκώθηκαν εναντίον της καταπίεσης. Αυτοί οι Ανατολίτες (…) ήταν απλοί και καλοί, με μια δυνατή αίσθηση δικαιοσύνης. Δεν καταλάβαιναν καθόλου τη συμπεριφορά μας». [2]

Αρκετοί από τους άντρες που είχαν λάβει μέρος στην εξέγερση, επιστρατεύτηκαν υποχρεωτικά για την εκστρατεία της Μαδαγασκάρης. Στο όνομα της «συλλογικής ευθύνης των εξεγερμένων φυλών», η Καβυλία υποχρεώθηκε σε πολεμικές αποζημιώσεις ύψους 36 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Τραυματισμένες και καταπονημένες, οι κοινότητες των χωριών είχαν βιώσει μια απίστευτη τραγωδία, η μνήμη της οποίας θα μεταδιδόταν –μέσω της λογοτεχνίας και της λαϊκής ποίησης – από γενιά σε γενιά. 

Σημειώσεις

[1] Για την Τάφνα, «Οι προβλέψεις της Συμφωνίας αποκαλύπτουν πως οι Γάλλοι αντιμετώπιζαν την επικράτεια του Εμίρη ως κυρίαρχη, κάτι που ενίσχυε την ιδέα μιας αλγερινής κρατικής υπόστασης. Βασική πρόβλεψη  ήταν επίσης πως ο Αμπντ αλ-Καντέρ θα μπορούσε να αγοράζει όπλα. Εξαιτίας των διαπραγματευτικών τεχνασμάτων και των αντικρουόμενων φιλοδοξιών του Εμίρη και των Γάλλων, η συμφωνία παρέμεινε σε ισχύ μόλις για δύο χρόνια» – Ιστορικό Λεξικό της Αλγερίας, Νέιλορ, 1994 (Naylor’s 1994 Historical Dictionary of Algeria).

[2]‘Aussi ne comprenaient-ils rien à la façon dont on avait agi avec eux’:  Φαίνεται πως η Μισέλ αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ των εξόριστων, και όχι στη σχέση της Παρισινής Κομμούνας με την εξέγερση, ή στην αντιμετώπιση των Γαλλικών αρχών προς τους αρχηγούς των φυλών. 

Ετικέτες