Σχεδόν ένα χρόνο μετά την εισβολή του Βλαντιμίρ Πούτιν στην Ουκρανία, το κράτος λαμβάνει όλο και σκληρότερα μέτρα απέναντι σε κάθε σημάδι διαφωνίας. Σήμερα εξόριστοι ή φυλακισμένοι, οι Ρώσοι που μίλησαν ανοιχτά ενάντια στον πόλεμο είναι το κλειδί για την ανοικοδόμηση μιας ειρηνικής, δημοκρατικής κοινωνίας.

Μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι στη διάρκεια του ενός χρόνου μετά την εισβολή στην Ουκρανία, η κυβέρνηση της Ρωσίας μετασχηματίστηκε και μετατράπηκε τελικά σε μια ανοιχτά κατασταλτική δικτατορία. Ενώ κατά τα τελευταία λίγα χρόνια συντρίφτηκε σχεδόν κάθε οργανωμένη αντιπολίτευση και ασκήθηκε τρομακτική πίεση πάνω σε κάθε ανεξάρτητο μέσο ενημέρωσης, η Ρωσία διατηρούσε τα χαρακτηριστικά αυτού που περιγράφεται ως «δημοκρατία υπό επίβλεψη» -με κάποιες εξαιρετικά περιορισμένες πολιτικές ελευθερίες και ένα επισήμως πολυκομματικό σύστημα. 

Σήμερα, εκ των υστέρων, μπορούμε να δούμε πώς οι κατασταλτικές προσπάθειες των τελευταίων χρόνων ήταν μέρος της προετοιμασίας για τον πόλεμο.

Μέχρι τη μοιραία μέρα της 24ης Φεβρουαρίου 2022, πολλοί πολιτικοί ηγέτες που θα μπορούσαν να είχαν καλέσει σε αντιπολεμικές διαδηλώσεις (όπως ο Αλεξέι Ναβάλνι) είχαν ήδη φυλακιστεί, το κοινό των εναλλακτικών μέσων ενημέρωσης μειωνόταν συνεχώς λόγω των περιορισμών και τα νόμιμα κοινοβουλευτικά κόμματα (κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα) είχαν εκκαθαριστεί από πραγματικά αντιπολιτευόμενους αγωνιστές. Είναι προφανές ότι ο πόλεμος δεν είχε μόνο εξωτερικούς, αλλά και εσωτερικούς στόχους -να διασφαλίσει την ανεξέλεγκτη προσωπική ισχύ του Βλαντιμίρ Πούτιν και την πλήρη κυριαρχία του πολιτικού του μηχανισμού στη ρωσική κοινωνία.

Λογοκρισία

Μια εβδομάδα μετά την εισβολή στην Ουκρανία, το ρωσικό κοινοβούλιο υπερψήφισε ομόφωνα μία δέσμη νόμων οι οποίοι ουσιαστικά εισήγαγαν στρατιωτική λογοκρισία. Συνεπώς, για τη διάδοση «ψευδών πληροφοριών σχετικά με τις ενέργειες των ενόπλων δυνάμεων» θα μπορούσε κανείς να λάβει έως και δέκα χρόνια κάθειρξη, ενώ για την «δυσφήμιση του στρατού» έως και πέντε χρόνια φυλάκιση. «Ψευδές» σημαίνει οτιδήποτε διαφέρει από τις επίσημες αναφορές του Υπουργείου Άμυνας -για παράδειγμα, η διάδοση γεγονότων σχετικά με τη ρωσική στρατιωτική βία κατά αμάχων ή τον πραγματικό αριθμό των απωλειών του στρατού.

Τα πιο εξωφρενικά παραδείγματα του τρόπου που λειτουργεί αυτή η νομοθεσία ήταν οι συλλήψεις του φιλελεύθερου πολιτικού Ιλία Βασίν, ο οποίος καταδικάστηκε σε 8μιση χρόνια κάθειρξη επειδή μίλησε δημόσια για τα γεγονότα στο προάστιο του Κιέβου Μπούτσα, και του αναπληρωτή δημοτικού συμβούλου της Μόσχας Αλεξέι Γκορίνοφ, ο οποίος καταδικάστηκε σε 7 χρόνια μόνο και μόνο επειδή αποκάλεσε «βαναυσότητα» τη διεξαγωγή ενός τοπικού φεστιβάλ κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Τόσο γνωστοί ακτιβιστές όσο και απλοί άνθρωποι έχουν διωχθεί με αυτούς τους νόμους, ακόμα και για πράγματα που είπαν ιδιωτικά στο προσωπικό τους περιβάλλον. Έτσι, τον Μάρτιο στη Μόσχα, ένας αστυνομικός (ουκρανικής καταγωγής) συνελήφθη επειδή είπε τη γνώμη του για τα όσα συμβαίνουν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τους συγγενείς του.

Στην επαρχιακή πόλη Πέντζα, μια δασκάλα συνελήφθη αφού την κατέδωσαν οι μαθητές της, γιατί στη διάρκεια ενός μαθήματος καταδίκασε τους ρωσικούς βομβαρδισμούς στη Μαριούπολη.

Συνολικά, μέχρι το τέλος του 2022, είχαν ασκηθεί περίπου 400 ποινικές διώξεις για «διάδοση «ψευδών πληροφοριών» και «δυσφήμιση του στρατού». Το αποτέλεσμα αυτής της καταστολής ήταν η εξάπλωση μιας ατμόσφαιρας φόβου που διαποτίζει την κοινωνία -οι άνθρωποι φοβούνται να εκφράσουν τις απόψεις τους όχι μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και σε προσωπικές συνομιλίες.

Υπήρξαν και δημόσιες εκδηλώσεις διαφωνίας. Οι διαδηλώσεις τις πρώτες μέρες του πολέμου κατεστάλησαν βάναυσα, με χιλιάδες διαδηλωτές να υποβάλλονται σε συλλήψεις, τεράστια πρόστιμα και βία μέσα στα αστυνομικά τμήματα. Μέχρι το περασμένο καλοκαίρι, οι αντιπολεμικές διαμαρτυρίες είχαν πλέον αποκτήσει υπόγειο χαρακτήρα «παρανομίας»:  γκράφιτι (τα οποία συνήθως σκεπάζονται με μπογιά μέσα σε μια μέρα), ανυπόγραφες προκηρύξεις ή εμπρησμοί κρατικών κτιρίων (κυρίως στρατολογικών γραφείων). Το τελευταίο αυτό είδος διαμαρτυρίας έχει γίνει αρκετά διαδεδομένο -μέχρι σήμερα, έχουν γίνει γνωστές 77 τέτοιες ενέργειες σε όλη τη χώρα, από το Καλίνινγκραντ έως το Βλαδιβοστόκ.

Παρά το γεγονός ότι οι Αρχές ψάχνουν δραστήρια τους εμπρηστές, μέχρι στιγμής έχουν εντοπιστεί δράστες μόνο για τις μισές από αυτές τις περιπτώσεις. Αλλά η πιο πραγματικά μαζική μορφή παθητικής αντίστασης μέχρι στιγμής είναι η εγκατάλειψη της χώρας: μετά την επιστράτευση που ανακοινώθηκε τον Σεπτέμβριο, εκατοντάδες χιλιάδες έφυγαν από τη Ρωσία, οι περισσότεροι από τους οποίους εγκαταστάθηκαν προσωρινά στη Γεωργία, την Αρμενία, το Καζακστάν και την Τουρκία.

Η πλατιά υποστήριξη του πόλεμου στη Ρωσία, όπως καταγράφεται τακτικά στις δημοσκοπήσεις (που διενεργούνται κυρίως από δημοσκόπους που συνδέονται με το Κρεμλίνο), οφείλεται κυρίως στον φόβο.

Οι άνθρωποι έχουν μάθει να εκλαμβάνουν τέτοιες δημοσκοπήσεις ως δοκιμασία της αφοσίωσής τους στο κράτος και είναι έτοιμοι να δώσουν ακριβώς την απάντηση που θέλει το κράτος να ακούσει. Επιπλέον, η επίσημη προπαγάνδα πλάθει συστηματικά μια εικόνα της πραγματικότητας σαν να είναι η Ρωσία αυτή που δέχεται επίθεση, απέναντι στην οποία χρειάζεται αλληλεγγύη κι επαγρύπνηση. Ωστόσο, αυτή η προπαγάνδα δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να εξηγήσει -τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας- ποιοι ακριβώς είναι οι στόχοι της Ρωσίας και τι μπορεί να θεωρηθεί «νίκη» της.

Αυτή η πλήρης αβεβαιότητα, σε συνδυασμό με την οικονομική κάμψη και τις τεράστιες και διαρκώς αυξανόμενες απώλειες Ρώσων στρατιωτών, είναι αρκετά ικανή να οδηγήσει το δημόσιο αίσθημα σε ένα σημείο καμπής στη διάρκεια του επόμενου ενός χρόνου.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κυβέρνηση δείχνει τόση επιμέλεια στο να κατασκευάζει την εικόνα εσωτερικών εχθρών, ελπίζοντας ότι το μίσος εναντίον τους θα βοηθήσει να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση της «ενοποίησης της κοινωνίας»: Αυτοί οι «εσωτερικοί εχθροί» είναι τα δημόσια πρόσωπα με αντιπολιτευτικές απόψεις, που τους έχει αποδοθεί η ιδιότητα των «ξένων πρακτόρων» (η οποία συνεπάγεται σοβαρό περιορισμό δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης άσκησης μιας σειράς από επαγγέλματα), οι ακτιβιστές κινημάτων των εθνικών μειονοτήτων και, φυσικά, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Έτσι, στα τέλη του 2022, ο Πούτιν υπέγραψε ένα νόμο για τη λεγόμενη «ΛΟΑΤΚΙ προπαγάνδα», ο οποίος ποινικοποιεί οποιαδήποτε δημόσια αναφορά στα ΛΟΑΤΚΙ άτομα (και συνεπακόλουθα, μετατρέπει σε εγκληματία κάθε ΛΟΑΤΚΙ άτομο που το δηλώνει ανοιχτά).

Καταστολή της Αριστεράς

Διώκοντας ανελέητα κάθε πολιτικό της αντίπαλο, η διακυβέρνηση Πούτιν, με τη σοβινιστική ιμπεριαλιστική ρητορική της, θεωρεί εμφανώς τη ριζοσπαστική αριστερά ως μια ιδιαίτερη απειλή.

Ακόμη και πριν από τον πόλεμο, οι ρωσικές υπηρεσίες ασφαλείας (FSB) είχαν εξαπολύσει μια πραγματική εκστρατεία για την πλήρη συντριβή του αναρχικού και αντιφασιστικού κινήματος. Τον Σεπτέμβριο του 2022, συνελήφθησαν νεαροί αναρχικοί σε πολλές ρωσικές πόλεις. Οι Κίριλ Μπρικ, Ντενίζ Αΐντίν, Γιούρι Νεζνάμοφ, Νικίτα Ολένικ, Ρομάν Πακλίν και Ντανίλ Τσέρτικοφ βασανίστηκαν άγρια, για να αποσπαστούν από αυτούς ομολογίες ότι προετοίμαζαν δολιοφθορές.

Ο Κίριλ Ουκράιντσεφ, ηγέτης του συνδικάτου εργαζομένων στις ταχυμεταφορές και γνωστός αριστερός βιντεομπλόγκερ, τελεί υπό κράτηση από τον Απρίλιο. Οι λόγοι της σύλληψής του ήταν οι διαδηλώσεις και οι απεργίες που οργάνωσαν οι ταχυμεταφορείς (κυρίως μετανάστες εργάτες από την Κεντρική Ασία) προσπαθώντας να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας τους.

Πριν από την Πρωτοχρονιά, συνελήφθη και ξυλοκοπήθηκε ο πιο αναγνωρίσιμος αριστερός πολιτικός στη Ρωσία, ο δημοκράτης σοσιαλιστής Μιχαήλ Λομπάνοφ. Είχε δημιουργήσει την πλατφόρμα «Nomination» η οποία ένωσε την αντιπολεμική αντιπολίτευση στις δημοτικές εκλογές στη Μόσχα τον Σεπτέμβριο του 2022.

Η φεμινίστρια, καλλιτέχνιδα και αντιπολεμική ακτιβίστρια Αλεξάνδρα Σκοσιλένκο, η οποία μοίραζε αντιπολεμικά σύμβολα, βρίσκεται αντιμέτωπη με ποινή πολυετούς κάθειρξης.

Η Ντάρια Πολγιούντοβα, μέλος της οργάνωσης Αριστερή Αντίσταση, καταδικάστηκε πρόσφατα σε κάθειρξη 9 (!) χρόνων για «έκκληση σε εξτρεμισμό».

Ο αριστερός δημοσιογράφος Ιγκόρ Κουζνέτσοφ βρίσκεται στη φυλακή εδώ και ένα χρόνο, κατηγορούμενος για «εξτρεμισμό» λόγω των απόψεών του κατά του πολέμου και του Πούτιν.

Όλες αυτές είναι μόνο οι πιο γνωστές περιπτώσεις της καταστολής που έχει ξεδιπλωθεί τον τελευταίο ένα χρόνο ενάντια στη ρωσική Αριστερά.

Η διεθνής αλληλεγγύη με το ρωσικό αντιπολεμικό κίνημα είναι σήμερα ένα αναπόσπαστο και εξαιρετικά σημαντικό μέρος του αγώνα ενάντια στον αιματηρό πόλεμο που εξαπέλυσε η κυβέρνηση του Πούτιν εναντίον της Ουκρανίας και του λαού της.

Για πάνω από μια δεκαετία, οι Ρώσοι αντιφασίστες και σοσιαλιστές τιμούν τη 19η Γενάρη ως τη δική τους ημέρα αλληλεγγύης. Αυτή είναι η ημερομηνία που το 2009, στο κέντρο της Μόσχας, ο αριστερός ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Στάνισλαβ Μαρκέλοφ και η αναρχική δημοσιογράφος Αναστάζια Μπαμπούροβα δολοφονήθηκαν από ένοπλους νεοναζί. Η δολοφονία των Μαρκέλοφ και Μπαμπούροβα ήταν η κατάληξη της ακροδεξιάς τρομοκρατίας της δεκαετίας του 2000, που δολοφόνησε εκατοντάδες μετανάστες και δεκάδες αντιφασίστες.

Για πολλά χρόνια, όσο ήταν ακόμη εφικτό, οι Ρώσοι ακτιβιστές πραγματοποιούσαν αντιφασιστικές διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις στις 19 Γενάρη με το σύνθημα «Το να θυμάσαι σημαίνει να αγωνίζεσαι!».

Σήμερα, η ιδεολογία και η πρακτική των ακροδεξιών ριζοσπαστών έχουν γίνει ιδεολογία και πρακτική της ίδιας της ρωσικής κυβέρνησης, η οποία μετατρέπεται γρήγορα σε φασιστική κατά τη διάρκεια της εισβολής της στην Ουκρανία.

Επομένως, φέτος, η ρωσική αριστερά, που έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα, απηύθυνε κάλεσμα για διεθνείς δράσεις στις 19–24 Γενάρη για την υποστήριξη των αντιφασιστών, αριστερών και αναρχικών πολιτικών κρατουμένων. Συγκεντρώσεις και πικετοφορίες θα γίνονταν εκείνες τις μέρες σε Βερολίνο και Παρίσι, Αμβούργο και Βιέννη, Νέα Υόρκη και Τιφλίδα. Ενθαρρύνουμε τους αναγνώστες του Jacobin να υποστηρίξουν αυτή τη δράση διεθνούς αλληλεγγύης με κάθε δυνατό τρόπο. [το άρθρο γράφτηκε στις 22 Γενάρη για το περιοδικό Jacobin]

Σε τελική ανάλυση, η συντήρηση της μνήμης των θυμάτων είναι εφικτή μόνο ως αγώνας ενάντια στους εκτελεστές τους.

Ετικέτες