Η  πρωτοφανής έκρηξη του αγροτικού και κτηνοτροφικού κόσμου, τόσο σε μαζικότητα όσο και σε πανελλαδικότητα και μαχητικότητα, έχει ένα κυρίαρχο αίτιο και αυτό δεν είναι άλλο από την επιβίωση του ίδιου του κλάδου ο οποίος οδηγείται στο ξεκλήρισμα.

Οι αγρότες έβγαλαν τα τρακτέρ τους από άκρη σε άκρη σε ολόκληρη την χώρα σαν ύστατη προσπάθεια ανακοπής μιας πορείας που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στον  αφανισμό τους. Τα τελευταία χρόνια ο αγροτοκτηνοτροφικός πληθυσμός έρχεται αντιμέτωπος με μια τεράστια αντίφαση μεταξύ της τιμής πώλησης των αγροτικών προϊόντων που παράγει και της τελικής τιμής του προϊόντος για τον καταναλωτή. Η αντίθεση αυτή αποτελεί δομικό στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος, ευνοεί τους μεσάζοντες και τις μεγάλες αγροτοδιατροφικές επιχειρήσεις και έχει δημιουργηθεί μεθοδικά βήμα το βήμα επί σειράς κυβερνήσεων, με απώτερο σκοπό να προχωρήσει η καπιταλιστική αναδιάρθρωση στον χώρο του πρωτογενή τομέα πετώντας εκτός κλάδου τους μικρομεσαίους αγρότες και κτηνοτρόφους οι οποίοι δεν μπορούν να ακολουθήσουν το μοντέλο της αναδιαρθρωμένης παραγωγής της κεντρικής Ευρώπης.

Τα τελευταία 40 χρόνια η Ελλάδα ακολουθώντας τις επιταγές της ΕΕ και των ντόπιων αγροδιατροφικών βιομηχάνων, μέσα από την ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Πολιτική) κατάφερε να μετατραπεί από χώρα με θετικό εμπορικό ισοζύγιο σε ό,τι αφορά τα αγροτικά προϊόντα, σε μια χώρα που για να μπορέσει να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες της εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων. Συνέπειες της υιοθέτησης αυτής της πολιτικής ήταν η όξυνση της κοινωνικής-ταξικής πόλωσης στον αγροτικό τομέα, που εκφράζεται απ’ τη μια μεριά με τη συγκέντρωση της γης και του ζωικού κεφαλαίου με άμεσο και έμμεσο τρόπο (ενοικίαση) και του πλούτου σε όλο και λιγότερα χέρια μεγαλοαγροτών και αγροτικών επιχειρήσεων, ενώ απ’ την άλλη χιλιάδες μικρομεσαίοι αγρότες, λόγω αυτής της πολιτικής και σε συνδυασμό με την αύξηση του κόστους παραγωγής (αύξηση της τιμής του αγροτικού πετρελαίου, του αγροτικού ηλεκτρικού ρεύματος, των τιμών των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, των λιπασμάτων, των σπόρων, των μηχανημάτων, των κτηνιατρικών φαρμάκων, των ζωοτροφών, την αύξηση και αλλαγή του τρόπου φορολόγησης από το 2014 αλλά και το κόστος των εργατικών ως απότοκο του καλπάζοντος πληθωρισμού), ωθούνται στην εγκατάλειψη της αγροτοκτηνοτροφικής δραστηριότητας. Στην αύξηση του κόστους παραγωγής έρχονται να προστεθούν οι ζημιές από τα όλο και πιο συνήθη ακραία καιρικά φαινόμενα, οι ασθένειες όπως η ευλογιά η οποία δείχνει την γύμνια του κράτους όσον αφορά την υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών και εργαστηρίων με επαρκές κτηνιατρικό και βοηθητικό προσωπικό, αλλά και οι τράπεζες που ρουφάνε κέρδη και από την αγροτική παραγωγή των μικρομεσαίων, συμβάλλοντας στη δημιουργία περιβάλλοντος απόγνωσης.

Σκάνδαλα και προτεραιότητες

Στις παραπάνω παθογένειες το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ ήταν το κερασάκι στην τούρτα το οποίο ήρθε να μας καταδείξει με πολύ σαφή τρόπο, ότι τελικά λεφτά για την στήριξη του πρωτογενή τομέα υπήρχαν αλλά πηγαίναν στην στήριξη του κομματικού μηχανισμού της Νέας Δημοκρατίας και όχι στην στήριξη της αγροτικής παραγωγής και της κτηνοτροφίας. Ούτως η άλλως ο ρόλος της ΕΕ είναι τόσο βαθιά ταξικός που έχει θεσμοθετήσει έτσι ώστε να λαμβάνουν το 80% των επιδοτήσεων οι μεγαλοαγρότες και οι μεγαλοεπιχειρηματίες του αγροτοδιατροφικού τομέα καθώς και οι ημέτεροι  της κυβέρνησης όπως φάνηκε μέσω του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ. 

Οι Ευρωπαϊκές χώρες με το πρόγραμμα Rearm Europe θα δαπανήσουν 800 δισ. ευρώ μέχρι το 2030 για εξοπλισμούς, με τα 28 δις από αυτά να αναλογούν στην Ελλάδα. Ο κρατικός προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει νέα κέρδη για το κεφάλαιο, αυξημένη φορολογία, μειωμένες κοινωνικές δαπάνες, εκτόξευση των αμυντικών εξοπλισμών πλήρως προσαρμοσμένος στο πρόγραμμα Rearm Europe. Οι πολεμικοί προϋπολογισμοί του Rearm Europe και οι προτάσεις για την περίοδο 2028-2034 περικόπτουν από την γεωργία και την κτηνοτροφία 300 εκατομμύρια ευρώ προς όφελος της πολεμικής βιομηχανίας όπως επιτάσσουν οι προσταγές του Ευρωατλαντικου άξονα υπηρετώντας τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και των Ελλήνων επιχειρηματιών που μεταφέρουν δραστηριότητες στα εξοπλιστικά πεδία και μάλιστα και σε συνεργασία με το κράτος-δολοφόνο του Ισραήλ. Ο σύγχρονος καπιταλισμός και η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού οδηγούν στην καταστροφή του λεγόμενου Κράτους Πρόνοιας, δηλαδή των κοινωνικών κατακτήσεων για στοιχειώδη προστασία από τις φυσικές καταστροφές και τις ασθένειες. 

Στην ίδια κατεύθυνση των ΕυρωΝΑΤΟικων συμφερόντων του ιμπεριαλιστικού άξονα ΗΠΑ – ΕΕ οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας από το 2014 έχουν αποκόψει μια τεράστια αγορά διάθεσης των Ελληνικών αγροτικών προϊόντων. Μια απόφαση που υπηρέτησαν όλες οι κυβερνήσεις από το 2014 και μετά και η οποία φέρει κύρια ευθύνη για την στασιμότητα των τιμών των αγροτικών προϊόντων την στιγμή που τα έξοδα παράγωγης έχουν εκτιναχθεί την τελευταία δεκαετία οδηγώντας πλήθος μικρομεσαίων αγροτών και κτηνοτρόφων να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους, με την επαρχία να ερημώνει.

Το ξεκλήρισμα του αγροτικού κλάδου δεν είναι εγχώριο φαινόμενο, αλλά κόντρα στην ρητορική των λιβελλογράφων της κυβέρνησης για τα “καθιερωμένα” χειμερινά μπλόκα των αγροτών, παρατηρούνται μαζικές κινητοποιήσεις σε πολλές χώρες της  Ευρώπης όπως στη Γαλλία, την Ιταλία και το Βέλγιο, με μεγάλη ένταση και συμμετοχή. Η σπίθα που πυροδότησε τις κινητοποιήσεις ήταν η προσπάθεια υπογραφής της συμφωνίας ΕΕ-Mercosur η οποία ανοίγει την ευρωπαϊκή αγορά, μεταξύ άλλων, στα φθηνά αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα από χώρες της Λατινικής Αμερικής, η οποία αναστάλθηκε προσωρινά μετά τις μεγαλειώδεις αντιδράσεις. 

Δίκαια αιτήματα και κυβερνητική κοροϊδία

Είναι προφανές πως παράλληλα με την εντατικοποίηση της αγροτικής παραγωγής, την τάση για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του φυτικού και ζωικού κεφαλαίου, υπάρχει συνειδητή επιλογή καταστροφής εκείνων των παραγωγικών δυνάμεων οι οποίες δεν έχουν περιθώρια να αναδιαρθρωθούν και εισαγωγής των αντίστοιχων αγροτικών προϊόντων από κοινωνικούς σχηματισμούς με δυνατότητα παραγωγής με εξαιρετικά συμπιεσμένο κόστος. Στην Ευρώπη η παράγωγη των γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων υπόκειται σε αυστηρούς κανονισμούς για την δραστικές ουσίες των φυτοπροστατευτικών προϊόντων, την προστασία του περιβάλλοντος, στο μισθολόγιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων στον πρωτογενή τομέα σε συνδυασμό με την εκτόξευση της τιμής της ενέργειας. Πρόκειται για κανόνες που αυξάνουν το κόστος παραγωγής, αλλά εγγυώνται υψηλά πρότυπα  σε αντίθεση με τα προϊόντα της Mercosur τα οποία παράγονται με πολύ πιο χαμηλές προδιαγραφές, αλλά προσφέρουν πολύ ανταγωνιστικές τιμές για τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Τα αιτήματα του αγροτικού κόσμου σε Ελλάδα και Ευρώπη είναι δίκαια και επαφίενται στην επιβίωσή τους. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες απαντούν επιφανειακά στα αιτήματα επιβίωσης όπως είναι η ακρίβεια στο κόστος παραγωγής, οι χαμηλές τιμές διάθεσης των προϊόντων και οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης και προσπαθούν να αποποιηθούν τις ευθύνες τους καταδεικνύοντας την ΕΕ και την ΚΑΠ για τα ανικανοποίητα αιτήματα. Χαρακτηριστικότερο όλων είναι ο χαρακτηρισμός του αιτήματος των κατώτατων εγγυημένων τιμών, οι οποίες προστατεύουν το αγροτοκτηνοτροφικό εισόδημα και συμβάλλουν στην αξιοπρεπή διαβίωση των εργαζομένων στον πρωτογενή τομέα, ως μαξιμαλιστικό αίτημα που προσκρούει σε βασικούς ευρωπαϊκούς κανόνες και στη λειτουργία της ΚΑΠ. Ταυτόχρονα στην Ιταλία το σκληρό σιτάρι πριμοδοτείται από την Ιταλική Κυβέρνηση με ενισχύσεις τύπου de minimis δείχνοντας με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως υπάρχουν τρόποι να ξεπεράσει μια κυβέρνηση τους περιορισμούς για τα στρατηγικής σημασίας αγροτικά προϊόντα της και την προστασία των παραγωγών του πρωτογενή τομέα οι οποίοι συνεισφέρουν σημαντικά στο ΑΕΠ της χώρας.

Ο διάλογος στον οποίο καλεί η κυβέρνηση τους αγρότες και τις αγρότισσες είναι τόσο προσχηματικός που δεν καταφέρνει να δημιουργήσει τον πολυπόθητο, για το σύστημα, κοινωνικό αυτοματισμό, παρά τις εντονότατες προσπάθειες που καταβάλλουν κεφάλαιο (μεγαλοξενοδόχοι κ.ά.), κυβέρνηση και ΜΜΕ. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι η κυβέρνηση όχι μόνο δεν θέλει να βοηθήσει τη μικρομεσαία αγροτιά, αλλά χειροτερεύει τις υπάρχουσες συνθήκες παραγωγής με την ιδιωτικοποίηση και του νερού (αρδευτικού και πόσιμου). Το παράδειγμα του ΟΔΥΘ (Οργανισμός Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας), που την ώρα των αγροτικών κινητοποιήσεων η κυβέρνηση επιλέγει να ολοκληρώσει την εφαρμογή της λειτουργίας του, είναι αποδεικτικό της απαρέγκλιτης τήρησης της πολιτικής υπέρ του κεφαλαίου και μόνον!

Σε αντίστοιχη κατεύθυνση είναι και η υποταγή στα συμφέροντα των βιομηχάνων της φέτας. Εδώ και ενάμιση χρόνο αφήνουν την ευλογιά των αιγοπροβάτων να εξελίσσεται χωρίς ουσιαστικές παρεμβάσεις παρουσιάζοντας ένα ακόμη αποδεικτικό στοιχείο για το ποιανών τα «μαξιμαλιστικά» συμφέροντα στηρίζει η κυβέρνηση. Την ίδια περίοδο που επιδοτεί τους ιδιώτες των δρόμων για να εγγυηθεί τα «χαμένα διόδια», αδυνατεί να εγγυηθεί τις τιμές των αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων. 

Ο φετινός Δεκέμβρης θα μείνει χαραγμένος από την συσσωρευμένη οργή και αγανάκτηση του αγροτοκτηνοτροφικού κόσμου απέναντι στην ασυδοσία της κυβέρνησης και των πολιτικών της ΕΕ και του κεφαλαίου, οι οποίες κάνουν την καθημερινότητα έναν διαρκή αγώνα για την επιβίωση. Η μαχητική εικόνα των τρακτέρ να έρχονται αντιμέτωπα με τους φραγμούς της αστυνομίας σε Ελλάδα και Ευρώπη, ανάμεσα σε φωτιές και οδοφράγματα, βάζει επιτακτικά το ερώτημα  με ποια παραγωγική διαδικασία θα πρέπει να παράγει ο αγροτικός κόσμος και υπό ποιο «κοινωνικό σχέδιο», παίρνοντας σοβαρά τον ίδιο το μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων προς μια κοινωνικοποιημένη κατεύθυνση. 

Κόντρα στο σημερινό πρότυπο, στο κέντρο της αγροτικής παραγωγής πρέπει να μπουν οι διατροφικές ανάγκες της κοινωνικής πλειοψηφίας, οι ανάγκες των παραγωγών και η διαλεκτική αρμονική σχέση με τη φύση. Η αλληλεγγύη στον αγώνα των αγροτών και των κτηνοτρόφων συνδέεται άμεσα με την πρόσβαση σε φθηνή και ποιοτική τροφή γι’ αυτό και η κοινωνία συνεχίζει να στηρίζει με συντριπτικά ποσοστά τις κινητοποιήσεις, μέχρι την τελική νίκη. 

*Γεωπόνος-αγρότης, Λάρισα

**Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες