Η νέα χρονιά ξεκίνησε με πολύ δυσάρεστες εξελίξεις. Η γκανκστερικού τύπου απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο, προέδρου της Βενεζουέλας, έχει συγκλονίσει.
Η ωμή ιμπεριαλιστική επέμβαση των ΗΠΑ του Τραμπ στη Βενεζουέλα, έξω και ενάντια σε οποιαδήποτε ερμηνεία του διεθνούς δικαίου, επιβεβαιώνει τη στροφή του παγκόσμιου καπιταλισμού και των μεγάλων ιμπεριαλιστών στη «διαπραγμάτευση» μέσω της ωμής ισχύος.
Η συγκεκριμένη ενέργεια επιβεβαιώνει τη στρατηγική στροφή του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού στη «διπλωματία των κανονιοφόρων». Οι μάσκες πέφτουν. Η επίκληση του διεθνούς δικαίου, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων εγκαταλείπεται όταν δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου.
Η απαγωγή δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία. Προηγήθηκε ένα από τα πιο σκληρά εμπάργκο που έχουν επιβληθεί ποτέ, σε συνδυασμό με έντονη στρατιωτική παρουσία στη θάλασσα και καθημερινές δολοφονίες πληρωμάτων βαρκών. Όλα αυτά αξιοποιήθηκαν ως «διαπραγματευτικά εργαλεία», σε μια λογική εκβιασμού που παραπέμπει περισσότερο σε μαφιόζικες πρακτικές παρά σε διεθνείς σχέσεις.
Η δημαγωγία του Τραμπ περί «πολέμου κατά των ναρκωτικών» δεν αντέχει σε καμία σοβαρή κριτική. Όμως η απαίτησή του να αναλάβουν τα πετρελαϊκά αποθέματα της Βενεζουέλας οι αμερικάνοι πετρελαιάδες είναι πέρα για πέρα αληθινή. Όπως αληθινή είναι η χρόνια επιδίωξη αλλαγής καθεστώτος στη Βενεζουέλα με στόχο μια κυβέρνηση η οποία θα συνεργάζεται άψογα με τις ΗΠΑ. Και αυτή η γραμμή εκφράζεται δημόσια χωρίς περιστροφές και χωρίς φτιασιδώματα.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έσπευσε από την πρώτη στιγμή να πάρει θέση στο πλευρό του Τραμπ, όπως κάνουν οι καλοί σύμμαχοι και φίλοι. Δεν είναι ούτε αφέλεια, ούτε υποτέλεια ούτε κάποια διπλωματική αδεξιότητα. «Χωρίς να σχολιάζει τη νομιμότητα των ενεργειών» ο πρωθυπουργός παραιτείται έστω και από μετριοπαθείς αναφορές στο διεθνές δίκαιο και ταυτόχρονα ταυτίζεται με την ιμπεριαλιστική αγριότητα του τραμπισμού και με τον σφαγέα Νετανιάχου, ο οποίος έσπευσε πολύ γρήγορα να στηρίξει τον Τραμπ. Η κυβέρνηση επιλέγει να είναι στο πλευρό των τραμπούκων ιμπεριαλιστών και των γενοκτόνων, ευελπιστώντας να διατηρήσει το ρόλο του καλύτερου μαντρόσκυλου του δυτικού ιμπεριαλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι η ίδια πολιτική που επενδύει στον μιλιταρισμό, παίρνει μέτρα μαντρώματος της νεολαίας στους στρατώνες και ενίσχυσης της πειθάρχησης των φαντάρων, οδηγεί τεράστια ποσά στις εξοπλιστικές δαπάνες τη στιγμή που οι κοινωνικές υποδομές βρίσκονται σε κατάρρευση, ενώ καλεί την κοινωνία να προετοιμάζεται για φέρετρα.
Είναι, επίσης, η ίδια πολιτική που εδώ και πάνω από δύο χρόνια έχει καταστήσει το ελληνικό κράτος συνένοχο στη γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού. Ενώ το Ισραήλ παραβιάζει συστηματικά την εκεχειρία με νέους βομβαρδισμούς στη Γάζα, αποκλεισμό της αναγκαίας βοήθειας στη Λωρίδα και εντατικοποίηση των εποικισμών στη Δυτική Όχθη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιλέγει να εμβαθύνει την πολιτική και οικονομική συνεργασία με το καθεστώς Νετανιάχου. Η πρόσφατη ενεργειακή συμφωνία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ είναι ένας ακόμη κρίκος σε αυτήν την αλυσίδα συνενοχής.
Η στενή σχέση με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους σχεδιασμούς του για την Ανατολική Μεσόγειο σε επίπεδο ενεργειακών σχεδίων, εμπορικών δρόμων και στρατιωτικών τόξων, μαζί με την στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ, το πιο επικίνδυνα φιλοπόλεμο κράτος στην περιοχή, αποτελούν τους πυλώνες της νέας Μεγάλης Ιδέας της κυβέρνησης Μητσοτάκη για ισχυρό ρόλο στην περιοχή.
Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, όταν φτάσαμε στα πρόθυρα του πολέμου για έναν βράχο, οφείλουμε να θυμόμαστε πώς μπορεί να βγει εκτός ελέγχου μια πολιτική που επενδύει στον εθνικισμό και την πολεμική ετοιμότητα για να στηρίξει τον ανταγωνισμό επί των «κυριαρχικών δικαιωμάτων» στην περιοχή. Και ο σημερινός κόσμος είναι πολύ πιο άγριος, σε σχέση με αυτόν του 1996…
Η επίκινδυνη πολιτική της κυβέρνησης δε βρίσκει συναίνεση στα κάτω τμήματα της κοινωνίας, αντίθετα βρίσκει ισχυρές αντιστάσεις. Ο πολυήμερος αγώνας των αγροτών με τα μπλόκα σε όλη την Ελλάδα έχει στριμώξει για τα καλά την κυβέρνηση. Το αυξημένο κόστος παραγωγής των αγροτικών προϊόντων έχει φτάσει στα όρια τη φτωχή αγροτιά. Την ίδια στιγμή, έχουν δει τους «φραπέδες» και τους «χασάπηδες» να έχουν κάνει πάρτι εκατομμυρίων με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, βλέποντας τους μάλιστα να είναι προκλητικοί και αλαζόνες στο θέατρο της προανακριτικής στη Βουλή.
Σε αυτή τη συνθήκη η κυβέρνηση επιλέγει για άλλη μια φορά να σταθεί προκλητικά και με αλαζονεία. Απέναντι στις κινητοποιήσεις των αγροτών και τα αιτήματά τους, μέσω του κυβερνητικού εκπρόσωπου στάλθηκε το μήνυμα: «αυτά θα είναι τα μέτρα – η υπομονή τελείωσε». Από την άλλη οι αγρότες ετοιμάζονται για 48ωρο γενικό μπλακ άουτ την Πέμπτη 8/1 και την Παρασκευή 9/1. Είναι καθήκον του εργατικού κινήματος να οργανώσει την αλληλεγγύη του με τον αγόνα των αγροτών απέναντι στην σκληρή στάση της κυβέρνησης, όπου φαίνεται ότι θα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τις αγροτικές κινητοποιήσεις με αυταρχισμό και καταστολή.
Η συστηματική περιφρόνηση των κοινωνικών αναγκών των εργαζομένων, των αγροτών και της νεολαίας εκδηλώνεται παντού. Το πρόσφατο μπλοκάρισμα του FIR, που παρέλυσε τις πτήσεις για σχεδόν δύο ημέρες, ανέδειξε τα τεράστια προβλήματα ασφάλειας. Όταν όμως οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας προειδοποιούν με απεργιακές κινητοποιήσεις, αυτές κηρύσσονται καταχρηστικά παράνομες. Το ερώτημα είναι απλό και τρομακτικό: τι θα γινόταν αν είχαμε ένα αεροπορικό δυστύχημα;
Απέναντι στα προβλήματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε υποδομές και διδακτικό-διοικητικό προσωπικό, η κυβέρνηση επιλέγει να διαγράψει από τους καταλόγους των ιδρυμάτων περίπου 300.000 φοιτητές/τριες. Έτσι μετά τη νομιμοποίηση των ιδιωτικών πανεπιστημίων, γίνονται και τα πρώτα βήματα για τη δημιουργία της κατάλληλης πελατείας.
Μπροστά σε αυτές τις εξελίξεις, τα καθήκοντα της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι απαιτητικά. Χρειάζεται να συνδέσουμε τους αγώνες μας: από τη διεθνιστική αλληλεγγύη στη Βενεζουέλα και την Παλαιστίνη, μέχρι τη στήριξη των αγροτών, των εργαζομένων και της νεολαίας στο εσωτερικό. Χρειάζεται να αναδειχθεί ότι ο αντίπαλος είναι ενιαίος: είναι το σύστημα που γεννά πολέμους, φτώχεια και καταστολή. Και η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι ταγμένη σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση.
Η ριζοσπαστική – αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να συμβάλει στη συγκρότηση ενός πραγματικού κοινωνικού και πολιτικού μπλοκ αντίστασης στην κλιμάκωση της βαρβαρότητας. Και η σύγκρουση δεν είναι επιλογή –είναι αναγκαιότητα.

