Παιδικοχαρίτες – Στίχοι και ημερολόγια από τον δρόμο Ελένη Χριστοπούλου RedMarks, Αθήνα 2019 | 32 σελίδες

Οι Παι­δι­κο­χα­ρί­τες, που τυ­πώ­θη­καν τον Μάιο του 2019, είναι μια ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή: το πρώτο βι­βλίο της Ελέ­νης Χρι­στο­πού­λου και ταυ­τό­χρο­να η πρώτη λο­γο­τε­χνι­κή δου­λειά των εκ­δό­σε­ων RedMarks. Μπο­ρεί να ξέ­ρου­με εκ των προ­τέ­ρων τι πάει να πει αυτός ο τί­τλος, να αρ­κε­στού­με σε υπο­θέ­σεις, να αφε­θού­με σε συ­νειρ­μούς ή και να ψά­ξου­με τη λέξη στο δια­δί­κτυο· εγώ το έκανα, την έψαξα: τα συ­ντρι­πτι­κά πε­ρισ­σό­τε­ρα απο­τε­λέ­σμα­τα που έλαβα είχαν να κά­νουν με το συ­γκε­κρι­μέ­νο βι­βλίο. Στη σε­λί­δα των εκ­δό­σε­ων RedMarks στο facebook βρήκα και έναν ορι­σμό: «“Παι­δι­κο­χα­ρί­τες” ονο­μά­ζο­νται οι ερ­γα­ζό­με­νοι που κα­θα­ρί­ζουν τις παι­δι­κές χαρές των δήμων».

Η λέξη του τί­τλου εμ­φα­νί­ζε­ται μία φορά και μέσα στη συλ­λο­γή, κάπου προς το τέλος της: «Κά­πο­τε ήμα­σταν παι­δι­κο­χα­ρί­τες,/ κα­θα­ρί­ζα­με τις λύπες μι­κρών αν­θρώ­πων/ από τα πε­τρα­δά­κια.» Για να φύγω όμως σι­γά-σι­γά από τη σε­λί­δα τί­τλου, να ση­μειώ­σω πως η συλ­λο­γή έχει και έναν υπό­τι­τλο που φέρ­νει τη συ­ζή­τη­ση και σε ζη­τή­μα­τα δομής: Στί­χοι και ημε­ρο­λό­για από τον δρόμο. Οι, τριά­ντα πε­ρί­που σε­λί­δων, Παι­δι­κο­χα­ρί­τες είναι διαι­ρε­μέ­νοι σε τρία μέρη, με κοινό άξονα τον δρόμο: «Ημε­ρο­λό­για από τον δρόμο», «Στί­χοι από τον δρόμο», «Καθ’ οδόν». Τα δύο από αυτά ανα­φέ­ρο­νται, όπως βλέ­που­με, ήδη στον υπό­τι­τλο, με αντε­στραμ­μέ­νη όμως σειρά.

Κοι­τώ­ντας από λίγο πιο κοντά, τα «Ημε­ρο­λό­για από τον δρόμο» είναι εφτά στο σύ­νο­λο, άτι­τλα, αριθ­μη­μέ­να από την ίδια την ποι­ή­τρια. Μοιά­ζει να κα­τα­γρά­φο­νται σ’ αυτά (αλ­λιώς: ποι­η­τι­κά να πε­ρι­γρά­φο­νται) εμπει­ρί­ες που αντι­στοι­χούν σε ισά­ριθ­μες μέρες. Σε δύο πε­ρι­πτώ­σεις οι εγ­γρα­φές είναι δι­πλές, άρα οι εμπει­ρί­ες δεν είναι μόνο εφτά. Οι «Στί­χοι από τον δρόμο» απαρ­τί­ζο­νται επί­σης από εφτά, άτι­τλα, αριθ­μη­μέ­να από την ποι­ή­τρια ποι­ή­μα­τα, οπότε και προ­κύ­πτει εύ­λο­γα το ερώ­τη­μα αν ο αριθ­μός εφτά είναι τυ­χαί­ος – πράγ­μα που δεν το νο­μί­ζω. Για να μην μας μπερ­δεύ­ει η λέξη «στί­χοι», πά­ντως, διευ­κρι­νί­ζω πως όλα τα ποι­ή­μα­τα του βι­βλί­ου είναι γραμ­μέ­να σε στί­χους, απλώς εδώ, στο δεύ­τε­ρο μέρος, η φόρμα είναι εμ­φα­νώς μι­κρό­τε­ρη. Σε ό,τι αφορά το τρίτο και τε­λευ­ταίο μέρος, «Καθ’ οδόν», που εκ των πραγ­μά­των παίρ­νει πάνω του την ευ­θύ­νη της επί­γευ­σης, αυτό είναι το συ­ντο­μό­τε­ρο: Πε­ρι­λαμ­βά­νει ένα μόλις ποί­η­μα, χωρίς τίτλο ξανά, με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό του γνώ­ρι­σμα τις δια­λο­γι­κές παύ­λες, στις οποί­ες και θα επα­νέλ­θω.

Το βι­βλίο ανοί­γει με ένα «σή­με­ρα»: «Σή­με­ρα ο και­ρός/ είναι λίγο κα­λύ­τε­ρος.» Δυο στί­χοι, ένα σχό­λιο απλό που γί­νε­ται ποί­η­ση, μια δια­πί­στω­ση, μια ανα­κού­φι­ση ίσως. Έξω από την ποί­η­ση, ο και­ρός είναι θέ­μα-πα­σπαρ­τού: Όταν δεν έχου­με τι να πούμε, όταν προ­σπα­θού­με να απο­φύ­γου­με μια συ­ζή­τη­ση, όταν θέ­λου­με να πε­ρά­σει η ώρα, να σπά­σει ο πάγος, σχο­λιά­ζου­με τον καιρό. Στο συ­γκε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα η ανα­φο­ρά στον καιρό είναι μάλ­λον ένα είδος ζε­στά­μα­τος, μια αφορ­μή, μια κου­βέ­ντα ανώ­δυ­νη πριν από άλλες που μπο­ρεί να είναι και οδυ­νη­ρές. Το ποί­η­μα κλεί­νει με ανα­φο­ρά σε ένα δεύ­τε­ρο «σή­με­ρα»: «Σή­με­ρα με­τρή­σα­με πάλι ξη­με­ρώ­μα­τα,/ συ­ντρο­φιά με πό­νους απ’ το μέλ­λον.» Αν οι πόνοι του τε­λευ­ταί­ου στί­χου έρ­χο­νται από το μέλ­λον (στο οποίο δεν χα­ρί­ζε­ται καμία άλλη ανα­φο­ρά σ’ αυτή τη συλ­λο­γή), δεν πάει βέ­βαια να πει πως δεν υπάρ­χουν και πα­ρο­ντι­κοί. Λίγο πα­ρα­πά­νω με­τριού­νται κάλοι: «μια έβγα­λε έναν ακόμα,/ νί­κη­σε.» Γί­νε­ται έτσι ήδη φα­νε­ρό πως οι άν­θρω­ποι της συλ­λο­γής έχουν σάρκα και οστά, δεν είναι ωραιο­ποι­η­μέ­νοι και σί­γου­ρα δεν είναι άφθαρ­τοι.

Φεύγω όμως από το πρώτο ημε­ρο­λό­γιο, γε­νι­κεύω. Τα πρό­σω­πα του βι­βλί­ου είναι γυ­ναί­κες με σκλη­ρά δέρ­μα­τα και δίχως ονό­μα­τα, ερ­γα­ζό­με­νες στον τομέα της κα­θα­ριό­τη­τας και άλλες, η γριά κυρία που τα­ΐ­ζει πε­ρι­στέ­ρια, η γριά που δεν θέλει τους πρό­σφυ­γες («Να γυ­ρί­σουν στην πα­τρί­δα τους!»), «πρό­σω­πα-απρό­σω­πα», ηρω­ί­δες ανώ­νυ­μες και ίσως αφα­νείς, αλλά οι άν­θρω­ποι δεν χρειά­ζε­ται να φα­νούν για να υπάρ­ξουν· και εδώ μι­λά­με, νο­μί­ζω, για πρό­σω­πα υπαρ­κτά, βγαλ­μέ­να από μια κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα. Μαζί τους, μια νεκρή γάτα και πα­ρε­μπι­πτό­ντως οι αδιά­φο­ροι οδη­γοί, ο «γέρος κου­τσός σκύ­λος» Μπρού­νο, κάτι «γνώ­ρι­μα ξω­τι­κά», η Δουλ­τσι­νέα και ο Κι­χώ­της, κά­ποιος που το σπίτι του δεν έχει τοί­χους, ο άστε­γος της πλα­τεί­ας και «άλλοι, οι πολ­λοί, οι ξένοι». Όντα που εκ­φέ­ρουν κά­πο­τε λόγο, γί­νο­νται ποι­ή­μα­τα, στέ­κο­νται, κι­νού­νται, βγαί­νουν και ζουν ενί­ο­τε στον δρόμο.

Ανέ­φε­ρα ήδη τον δρόμο ως κοινό άξονα των ποι­η­μά­των της συλ­λο­γής. Ποιος είναι όμως αυτός ο δρό­μος; Είναι ο δρό­μος που παίρ­νει το ξη­μέ­ρω­μα το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο. Δεν έχει όνομα, σαν τους αν­θρώ­πους κι αυτός, και δεν θα έπρε­πε να έχει. Όπως το θέτει η Ελένη: «Μόνη μας ελ­πί­δα οι αβά­πτι­στοι δρό­μοι.» Είναι ένας δρό­μος που περνά μπρο­στά απ’ την παι­δι­κή χαρά, το ίδιο το «στενό με τα προ­σφυ­γι­κά», ένας δρό­μος που μπο­ρεί να μην έχει τε­λειω­μό ή βέ­βαιη κα­τά­λη­ξη. Δρό­μος των αν­θρώ­πων και δρό­μος της πόλης· και πάλι: ποιας πόλης; Ή, για να χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τα λόγια της Ελέ­νης ξανά: «Τι βλέ­που­με στην πόλη καθώς προ­χω­ρά­με;». Βλέ­που­με πα­γκά­κια-κρε­βά­τια, τρα­μπά­λες-κα­ρέ­κλες, σι­ντρι­βά­νια-θά­λασ­σες, ζώα χωρίς σπίτι, αν­θρώ­πους χωρίς σπίτι, άστε­γους-στο­λί­δια (τα στο­λί­δια κρέ­μο­νται, του­λά­χι­στον όμως τα στο­λί­δια φαί­νο­νται), αν­θρώ­πους-σκου­πί­δια: «σκου­πί­δια τρο­με­ρά». Θα πε­ρά­σουν σκού­πες να τα σα­ρώ­σουν, μαζί με λέ­ξεις, αμαρ­τί­ες, φω­το­γρα­φί­ες, φύλλα και προ­φυ­λα­κτι­κά. Θα κα­θα­ρί­σουν τις λύπες, θα κα­θα­ρί­σουν και το χθες, αν υπο­θέ­σου­με πως το χθες κα­θα­ρί­ζε­ται.

Στους Παι­δι­κο­χα­ρί­τες ο άν­θρω­πος δεν στέ­κε­ται στην ασφα­λή του πε­ριο­χή να πα­ρα­τη­ρεί την πόλη· κι­νεί­ται και κα­θο­ρί­ζει την πόλη, είναι η πόλη, είναι οι πολ­λοί. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κοί είναι οι στί­χοι: «Το πρωί είμαι πολ­λοί/ μα με δίχως σώμα/ και με όνομα “αυτοί”.» Πώς είναι να είσαι, να είσαι εσύ, να είσαι πολ­λοί; Πού πάνε οι κάλοι όταν δεν έχεις σώμα; Και τι εί­δους όνομα είναι το «αυτοί»; Η πόλη –αυτή η πόλη– δεν έχει όνομα, έχει όμως τα δια­κρι­τι­κά της γνω­ρί­σμα­τα. Δεν έχει σπί­τια ή τα σπί­τια της δεν φτά­νουν για όλες και όλους. Μια τυ­πι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση όπως “δίπλα στο σπίτι του είναι ένα πα­γκά­κι” γί­νε­ται εδώ: «Δίπλα στο πα­γκά­κι/ αφή­νει το σπίτι του». Η πόλη είναι ζω­ντα­νός ορ­γα­νι­σμός, έχει αν­θρώ­πι­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, «έχει κορμί και σπλά­χνα», έχει στο­μά­χι και καρ­διά. Δεν έχει μά­λι­στα απλώς στο­μά­χι: «Έχει και τρόμο μήπως πε­ρά­σου­με μια στιγ­μή/ στο στο­μά­χι της» – υπάρ­χει η πε­ρί­πτω­ση να μας κα­τα­πιεί, το εν­δε­χό­με­νο όμως τρο­μά­ζει και την ίδια.

Την αν­θρώ­πι­νη κα­τά­στα­ση της πόλης εξη­γούν, με τον τρόπο τους, οι πα­ρα­κά­τω στί­χοι: «Γιατί η πόλη είναι εσύ,/ καλή και κακή, όμορ­φη κι άσχη­μη./ Εσύ είναι η πόλη.» Εδώ δεν έχου­με μια πα­ρο­μοί­ω­ση, ένα “είσαι σαν την πόλη”, ούτε βέ­βαια ένα “πόσο σε θυ­μί­ζει αυτή η πόλη”. Το τρίτο πρό­σω­πο του ρή­μα­τος («εσύ είναι», όχι “εσύ είσαι”) ρί­χνει τα φώτα και το βάρος στην πόλη: Δεν εν­δια­φέ­ρει τόσο τι είσαι εσύ, όσο τι είναι η πόλη (ας είστε το ίδιο). Αυτή, πρώτη απ’ όλα, ανα­νοη­μα­το­δο­τεί­ται και γί­νε­ται πό­λη-άν­θρω­πος. Ταυ­τό­χρο­να, και για να μην απο­μα­κρυ­νό­μα­στε από τα ποι­η­τι­κά χω­ρά­φια, ο στί­χος που μου έδωσε την αφορ­μή («Εσύ είναι η πόλη») απη­χεί, μου φαί­νε­ται, την πε­ρί­φη­μη δια­τύ­πω­ση του Ρεμπώ «εγώ είναι ένας άλλος».

Οι Παι­δι­κο­χα­ρί­τες είναι, γε­νι­κά μι­λώ­ντας, πολύ αν­θρώ­πι­νοι. Με αυτό εννοώ, ανά­με­σα σε άλλα, πως την Ελένη, που τους έγρα­ψε, την απα­σχο­λούν τα αν­θρώ­πι­να. Ο άν­θρω­πος ως σώμα και ευ­ρύ­τε­ρα η φθαρ­τό­τη­τα. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κές είναι οι αμή­χα­νες κυ­κλι­κές κι­νή­σεις γύρω από το άψυχο σώμα μιας γάτας στο δεύ­τε­ρο ημε­ρο­λό­γιο και ωραί­ος, κατά τη γνώμη μου, ο στί­χος «Εγώ γύρω από το σώμα της γύρ­να­γα.» του ίδιου ποι­ή­μα­τος. Την απα­σχο­λεί ο άν­θρω­πος με τη σω­μα­τι­κό­τη­τά του, λοι­πόν, αλλά επί­σης: ο άν­θρω­πος ως κοι­νω­νι­κή οντό­τη­τα. Η θέση, το χρέος, το δι­καί­ω­μα – η αντι­με­τώ­πι­ση αν­θρώ­που από άν­θρω­πο. Πό­σους αν­θρώ­πους δεν χωράν τα μάτια μας, πό­σους χωρά η μνήμη μας, πώς πει­ρά­ζο­νται (από τι επη­ρε­ά­ζο­νται) αυτά τα νού­με­ρα, πόσο αν­θρώ­πι­νοι εί­μα­στε και τι συ­νε­πά­γε­ται η (μη) αν­θρω­πι­νό­τη­τά μας.

Χρη­σι­μο­ποιώ πρώτο πλη­θυ­ντι­κό εδώ («τα μάτια μας», «η μνήμη μας» κ.λπ.), όπως κάνει συχνά και η Ελένη στους Παι­δι­κο­χα­ρί­τες. Πίσω από αυτό δεν κρύ­βε­ται κάθε φορά απα­ραί­τη­τα μια συ­γκε­κρι­μέ­νη ομάδα με τα μέλη της, αλλά η ίδια η ανά­γκη της κοι­νό­τη­τας, του μοι­ρά­σμα­τος, της αλ­λη­λεγ­γύ­ης. Τη θέση του στις σε­λί­δες τού βι­βλί­ου έχει βέ­βαια και το πρώτο ενικό· πα­ρά­δειγ­μα: «Όπως κάθε πρωί, άφησα δίπλα στον καφέ της/ ένα μπου­κά­λι γάλα.» Το ποι­η­τι­κό υπο­κεί­με­νο ακο­λου­θεί την πο­ρεία του, με γά­ντια, σκού­πα και σα­κού­λα για εφό­δια, κι­νεί­ται προς τις παι­δι­κές χαρές και έχει τις αι­σθή­σεις όλες ανοι­χτές· γνω­ρί­ζει την «πι­κρά­δα του δρό­μου», τη «μυ­ρω­διά εγκα­τά­λει­ψης», έχει ακού­σει τους ερω­τι­κούς ήχους του σκύ­λου Μπρού­νο, έχει αγ­γί­ξει το πα­γκά­κι, έχει δει το καλό και το κακό πρό­σω­πο του κό­σμου. Προ­σέ­χει να μην τα­ρά­ξει την καρ­διά της πόλης (έχει την ευαι­σθη­σία), πά­ντως κι­νεί­ται (δεν μένει σε αδρά­νεια). Εμείς, οι ανα­γνώ­στριες και οι ανα­γνώ­στες, γνω­ρί­ζου­με μέσα από τα μάτια του ποι­η­τι­κού υπο­κει­μέ­νου το αστι­κό τοπίο (το πλάνο είναι υπο­κει­με­νι­κό, για να το θέσω έτσι, μιας και εντο­πί­ζω κάτι κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό στη συλ­λο­γή) και συ­νη­θί­ζου­με ιδα­νι­κά να βλέ­που­με «πέρα απ’ το μπαλ­κό­νι μας».

Στους Παι­δι­κο­χα­ρί­τες δια­βά­ζου­με για πράγ­μα­τα απλά, από αυτά που θε­ω­ρού­νται (και απο­κα­λού­νται) κά­πο­τε αντι­ποι­η­τι­κά. Ένα από αυτά είναι η σκόνη, που εμ­φα­νί­ζε­ται άλ­λο­τε στον ενικό («Η σκόνη δεν έχει χρώμα.») και άλ­λο­τε στον πλη­θυ­ντι­κό («βου­τή­ξα­με στις λακ­κού­βες/ να φύ­γουν οι σκό­νες μας.») και που εκ των πραγ­μά­των είναι άλλη από την «κα­τοι­κί­δια σκόνη» της Κικής Δη­μου­λά (αυτήν την ανα­φέ­ρω ως την πιο διά­ση­μη μάλ­λον σκόνη της νε­ο­ελ­λη­νι­κής ποί­η­σης). Κάτω από τις σκό­νες όμως, σε αυτή την πε­ρί­πτω­ση, δια­φαί­νε­ται ο αγώ­νας. Και είναι γι’ αυτόν που γρά­φει τε­λι­κά η Ελένη – για τον αγώνα της επι­βί­ω­σης, τον κοι­νω­νι­κό αγώνα, τις συ­να­γω­νί­στριες και τους συ­να­γω­νι­στές της. Θα πάω από το γε­νι­κό στο με­ρι­κό αυτή τη φορά και θα εστιά­σω σε ένα ποί­η­μα.

Το τε­λευ­ταίο ποί­η­μα της συλ­λο­γής ανοί­γει με ένα «λοι­πόν», σαν να συ­νε­χί­ζει μια, αλλού αρ­χι­νι­σμέ­νη, κου­βέ­ντα (και όχι τόσο σαν να υπό­σχε­ται συ­μπέ­ρα­σμα, μιας και η πε­ρί­ο­δος κα­τα­λή­γει σ’ ερω­τη­μα­τι­κό): «–Λοι­πόν, πώς μυ­ρί­ζει η εξα­θλί­ω­ση;». Η δια­λο­γι­κή παύλα στην αρχή του πρώ­του αυτού στί­χου κάτι δεί­χνει: Εκτός από αυτήν ή αυτόν που ρω­τά­ει, θα πρέ­πει να υπάρ­χει και αυτή ή αυτός που ρω­τιέ­ται. Η ερώ­τη­ση που δια­τυ­πώ­νε­ται είναι ολι­κής άγνοιας, δεν μπο­ρεί να απα­ντη­θεί με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Ακο­λου­θεί­ται, ωστό­σο, από ένα «ναι», το οποίο δεν έρ­χε­ται μάλ­λον ως απά­ντη­ση, ούτε φαί­νε­ται να ανή­κει σε κά­ποια δεύ­τε­ρη φωνή (δεν συ­νο­δεύ­ε­ται άλ­λω­στε από μια δεύ­τε­ρη δια­λο­γι­κή παύλα): «Ναι, φταί­ει κι αυτό το έψι­λον/ που είναι ανοι­χτό/ και φεύ­γει η μυ­ρω­διά.» Ποια μυ­ρω­διά; Η μυ­ρω­διά της εξα­θλί­ω­σης. Το έψι­λον (και το θήτα που ανα­φέ­ρε­ται ελά­χι­στους στί­χους πα­ρα­κά­τω) είναι το πρώτο (και αντί­στοι­χα το τέ­ταρ­το) γράμ­μα της εξα­θλί­ω­σης· της λέξης «εξα­θλί­ω­ση» δη­λα­δή, που σπάει εδώ στα μέρη της, δη­λα­δή στα γράμ­μα­τά της.

Τί­θε­ται στη συ­νέ­χεια μια νέα ερώ­τη­ση, όχι άσχε­τη με την πρώτη, που μπο­ρεί ίσα-ίσα να εκλη­φθεί και ως ανα­δια­τύ­πω­σή της: «–Έχεις μυ­ρί­σει ποτέ εξα­θλί­ω­ση;». Αυτή η ερώ­τη­ση απευ­θύ­νε­ται πια ολο­κά­θα­ρα σε ένα «εσύ». Και το εσύ, τώρα που ξέρει πως του απευ­θύ­νο­νται, τώρα που του δί­νε­ται η ευ­και­ρία, δεν δι­στά­ζει να απα­ντή­σει: «–Ναι, γράμ­μα-γράμ­μα,/ να μην μπο­ρείς να φτά­σεις στην ήττα.» Με τη στι­χο­μυ­θία αυτή κλεί­νουν οι Παι­δι­κο­χα­ρί­τες. Τον τε­λευ­ταίο λόγο έχει η άγνω­στη συ­νο­μι­λή­τρια (ή ο συ­νο­μι­λη­τής ή μπο­ρεί η συ­νο­μι­λή­τρια να μην είναι άγνω­στη αλλά να παίρ­νει εδώ, στη λήξη, για μια στιγ­μή, τον λόγο η ίδια η ποι­ή­τρια). Όποια και να ’ναι, παί­ζει στην απά­ντη­σή της με το γράμ­μα ήττα, τη λέξη «ήττα» και την ίδια την ήττα, το ση­μαί­νον, κάτι ομό­η­χο και το ση­μαι­νό­με­νο. Αυτή η ήττα, που μένει άφτα­στη, μπο­ρεί εν­δε­χο­μέ­νως να θυ­μί­σει τη νίκη αυτής που έβγα­λε έναν ακόμη κάλο στο πρώτο ημε­ρο­λό­γιο ή, με άλλο τρόπο, λίγες λέ­ξεις από το δεύ­τε­ρο ημε­ρο­λό­γιο: «ένας νι­κη­τής, όλοι χα­μέ­νοι».

Ακο­λου­θώ­ντας τους τρό­πους της Ελέ­νης, θα κλεί­σω κι εγώ με ερώ­τη­ση και απά­ντη­ση. Τι ζη­τούν οι Παι­δι­κο­χα­ρί­τες και τι πε­τυ­χαί­νουν; Στο πρώτο σκέ­λος δεν είμαι η πλέον κα­τάλ­λη­λη να απα­ντή­σω, θα κάνω όμως μια δο­κι­μή: Τί­πο­τα υψηλό, νο­μί­ζω, δεν ζη­τούν· μόνο να μι­λή­σουν (από και) για τον δρόμο. Όσο για το τι πε­τυ­χαί­νουν, μπορώ να σας πω τι πέ­τυ­χαν στη δική μου πε­ρί­πτω­ση, προει­δο­ποιώ­ντας πως δεν είναι ένα μόνο πράγ­μα. Οι Παι­δι­κο­χα­ρί­τες μού θύ­μι­σαν πως ο άν­θρω­πος κα­τοι­κεί ποι­η­τι­κά. Με έκα­ναν ν’ ανοί­ξω, για μια φορά ακόμα, την Κα­τε­ρί­να Γώγου: «Κοίτα πώς χά­νο­νται οι δρό­μοι μες στους αν­θρώ­πους»· και τη Τζένη Μα­στο­ρά­κη: «Πώς φτά­σα­με σε τούτη δω την πόλη,/ τι της εδώ­σα­με και τι της πή­ρα­με;». Με έβγα­λαν επί­σης στην Κων­στα­ντί­να Κού­νε­βα. Διά­βα­σα γι’ αυτό ξανά τον, εμπνευ­σμέ­νο από την ίδια, μο­νό­λο­γο του Μισέλ Φάις Το κί­τρι­νο σκυλί· ελά­χι­στο δείγ­μα: «Εί­μα­στε κα­θα­ρί­στριες ή γυ­ναί­κες; Εί­μα­στε γυ­ναί­κες ή με­τα­νά­στριες; Εί­μα­στε με­τα­νά­στριες ή – τι σκατά εί­μα­στε;». Με ώθη­σαν να δια­βά­σω επι­τέ­λους το Στόμα γε­μά­το χώμα του Μπρά­νι­μιρ Στσε­πά­νο­βιτς (σ’ αυτό συ­νέ­βα­λε κα­θο­ρι­στι­κά ο στί­χος-ρη­το­ρι­κό ερώ­τη­μα «Τι κι αν με ύβρη παι­δι­κή το στόμα μας γε­μί­σα­με χώμα;»). Με έβα­λαν στη δια­δι­κα­σία να ψάξω λέ­ξεις που ανοί­γουν με έψι­λον και κλεί­νουν με ήττα, όπως η εξα­θλί­ω­ση – κόλ­λη­σα μά­λι­στα με μία από αυτές, την εξι­λέ­ω­ση. Με έκα­ναν να δω, μέσα από μια δια­δι­κα­σία που δυ­σκο­λεύ­ο­μαι τώρα να εξη­γή­σω, μέσα από τον οδο­κα­θα­ρι­σμό μια “οδο-κά­θαρ­ση”. Με έφε­ραν, τέλος, στην κα­τά­στα­ση να μουρ­μου­ρί­ζω πε­ρί­ερ­γα λόγια, πο­ρί­σμα­τα δικά μου ή δεν-ξέ­ρω-τι, όπως “η πόλη κα­τοι­κεί τον άν­θρω­πο” και “άν­θρω­πος τον άν­θρω­πο σκου­πί­ζει”.

«Σκου­πί­ζω Σκου­πί­ζεις Σκου­πί­ζου­με», που λέει (γρά­φει, δη­λα­δή) και η Ελένη.

* Το κεί­με­νο αυτό, με (πολύ) μι­κρές αλ­λα­γές, δια­βά­στη­κε σε μια πα­ρου­σί­α­ση του βι­βλί­ου στις Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τεί­ες της Θεσ­σα­λο­νί­κης στις 3 Δε­κεμ­βρί­ου 2019. Την πα­ρου­σί­α­ση μοι­ρά­στη­κα με τη Μα­ρί­να Κ.Χ. και την ίδια την Ελένη Χρι­στο­πού­λου. Είναι ίσως άχαρο να τις ευ­χα­ρι­στή­σω και από εδώ, αλλά δεν παύω, για όλα, να τις ευ­χα­ρι­στώ.

**Η Γιώτα Τε­μπρί­δου γεν­νή­θη­κε στην Ορε­στιά­δα το 1984. Ζει στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, όπου

εκ­πό­νη­σε τη δι­δα­κτο­ρι­κή δια­τρι­βή της, με θέμα τη σχέση του Οδυσ­σέα Ελύτη με τη

φι­λο­σο­φία. Ήταν στον πυ­ρή­να του ηλε­κτρο­νι­κού πε­ριο­δι­κού για τη λο­γο­τε­χνία και

τον κι­νη­μα­το­γρά­φο αν­θρώ­πι­νο. Έχει γρά­ψει δύο συλ­λο­γές μι­κρο-δι­η­γη­μά­των: Η ωδή

που δεν έγρα­ψα και άλλες ιστο­ρί­ες (Ένε­κεν 2017), Δια­δο­χι­κές ασυ­νέ­χειες

(Ακυ­βέρ­νη­τες Πο­λι­τεί­ες 2018).

Ετικέτες