Η συγκρότηση του Ενιαίου Μετώπου από τα κάτω και με βάση τα κοινωνικά προβλήματα μπορεί να υποκαταστήσει το ανενεργό Ενιαίο Μέτωπο από τα πάνω.

To εκλογικό αποτέλεσμα των ευρωεκλογών υπήρξε σε γενικές γραμμές έναεπιτυχημένο και νικηφόρο αποτέλεσμα για τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και για την Αριστερά συνολικότερα Επίσης, νικηφόρο και σε ευρωπαϊκή κλίμακα . Αυτό προκύπτει και από την διαφορά των τεσσάρων περίπου μονάδων σε σχέση με την Νέα Δημοκρατία αλλά και από την συνολική πτώση των ΠΑΣΟΚ-ΝΔ περίπου κατά έντεκα μονάδες σε σχέση με τον Ιούνιο του 2012. Επίσης, από την πτώση του ΠΑΣΟΚ-Ελιάς περίπου στα 2/3 της δύναμης του ΠΑΣΟΚ τον Ιούνιο του 2012 Για πρώτη φορά η ριζοσπαστική και κομμουνιστογενής Αριστερά είναι το πρώτο κόμμα σε εκλογές στην Ελλάδα και για δεύτερη φορά σε ευρωπαϊκή κλίμακα, αν ληφθεί υπ'όψιν και η εμπειρία του ιταλικού ΚΚ στην δεκαετία του 1970. Ο ΣΥΡΙΖΑ σταθεροποιείται σε ψηλά επίπεδα και προκύπτει ότι μέσα από την κριση των μνημονίων έχει έλθει εδώ για να μείνει.

Όμως, η διάσταση αυτή πρέπει να ενταχθεί και να αξιολογηθεί μέσα σε ένα πιο σύνθετο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο. Αρκετοί σχολιαστές επισημαίνουν την συνήθη υστέρηση του πρώτου κόμματος στις ευρωεκλογές σε σχέση με τις προηγηθείσες ή τις επόμενες βουλευτικές εκλογές και, άρα, την βέβαιη μεγάλη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επικείμενες εθνικές εκλογές . Όμως, αν και η επισήμανση αυτή έχει μια δόση αλήθειας, η υπόθεση της «χαλαρής ψήφου» στις ευρωεκλογές είναι κάτι που συμβαίνει συνήθως αλλά όχι πάντοτε. Στην συγκεκριμένη περίπτωση του Μαίου 2014 είχαμε στην Ελλάδα μια αποφασιστική αναμέτρηση όπου και οι δυο πρωταγωνιστές, ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία, αλλά εν μέρει και η Ελιά, είχαν δώσει χαρακτήρα «δημοψηφίσματος» και ψήφου για σταθερότητα ή ανατροπή του κυβερνητικού σκηνικού. Άρα, οι ψηφοφόροι ψήφισαν με τέτοια σκεπτικά και με τρόπο που δεν παραλλάσσει –εκτός αν υπάρξουν ριζικές πολιτικές ανατροπές- από αυτόν των κεντρικών βουλευτικών εκλογών. Αυτό προκύπτει , άλλωστε, και από τις σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στα ποσοστά και τις δυναμικές μεταξύ των αυτοδιοικητικών και των ευρωεκλογών. Επίσης, αυτό που συνέβη για μια ακόμη φορά είναι το γεγονός ότι ως ΣΥΡΙΖΑ υψώσαμε πολύ ψηλά τον πολιτικό πήχυ με συνθήματα που παρέπεμπαν στην ανατροπή του πολιτικού σκηνικού («στις 25 ψηφίζουμε, στις 26 φεύγουν» ) και το τελικό αποτέλεσμα δεν επιβεβαίωσε αυτήν την μεγάλη ύψωση του πήχεος. Ορισμένες ακόμη σημαντικές διαστάσεις είναι η χαμηλή επίδοση του ΣΥΡΙΖΑ στην νεολαία (όπου η Χρυσή Αυγή σαρώνει) αλλά και η σημαντική πτώση μεταξύ Ιουνίου 2012 και αυτοδιοικητικών εντός της Περιφέρειας Αττικής (α' γύρος) στην Δυτική Αττική και στον Πειραιά, σε περιοχές δηλαδή με ισχυρή εργατική-λαϊκή εκπροσώπηση. Είναι πρόωρο να υποστηρίξει κανείς ότι υπάρχει κάμψη του ΣΥΡΙΖΑ στα εργατικά-λαϊκά στρώματα αλλά υπάρχουν και όψεις που σχετικοποιούν την εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ ως βασικού εκφραστή της εργατικής δυσαρέσκειας.

Επίσης, παραμένει σημαντική η μείωση του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και των απόλυτων ψήφων του σε σχέση με τον Ιούνιο του 2012 σε συνθήκες ουσιαστικά δημοψηφισματικές. Τίθεται το ερώτημα, το οποίο δεν μπορεί ακόμη να απαντηθεί οριστικά, αν το αποτέλεσμα-ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στις ευρωεκλογές του 2014 είναι ένα αποτέλεσμα-οροφή ή ένα αποτέλεσμα – ορμητήριο προς μια κατεύθυνση πολιτικής ανάπτυξης και ενίσχυσης και κατάκτησης της κυβερνητικής εξουσίας. Το ποια εξέλιξη θα επικρατήσει θα κριθεί σημαντικά και από το «μείγμα πολιτικής», το οποίο θα ακολουθήσει εφεξής ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θεωρώ όμως ως πρόωρη την εκτίμηση ότι με βάση το ως τώρα «μείγμα πολιτικής» (με αρκετά ριζοσπαστικά αλλά και σημαντικά μετριοπαθή στοιχεία , ιδίως όσον αφορά τις δομές της Ε.Ε.-ευρωζώνης και την διάχυτη αμφιλογία για τις ρήξεις που θα πραγματοποιήσουμε ) έχουμε προσεγγίσει ένα όριο-οροφή όσον αφορά την κατάκτηση της εκλογικής και κοινωνικής βάσης των μνημονιακών κομμάτων. Δεν φαίνεται αρκετά πιθανό το ενδεχόμενο μιας περαιτέρω μεγάλης ανακατάταξης της βάσης των μνημονιακών κομμάτων υπέρ μας. Επιπλέον δε, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί το ότι η Κεντροαριστερά υπέστη μεγάλη πτώση στην μορφή τηςΕλιάς-ΠΑΣΟΚ αλλά δεν κατέρρευσε. Συν τοις άλλοις, η συστημική δημιουργία και η όχι άσχημη επίδοση του Ποταμιού, παρά την σκέψη ότι ίσως είναι πρόσκαιρη, οδηγεί στην ύπαρξη μιας άφθαρτης και ζωογόνου δεξαμενής για την Κεντροαριστερά μέσα από το ιδεολόγημα των «νέων» και «επιτυχημένων» ως προέκταση ή αναβίωση της ιδεολογίας του «Κλικ» της δεκαετίας του '90. Το πρωτεϊκό πολιτικό σύστημα διαθέτει, παρά τα χτυπήματα που έχει δεχθεί, σημαντικά αποθέματα και δεξαμενές ανανέωσης και επανεκκίνησης. Όποιος το αγνοεί και το υποβαθμίζει αυτό, κάνει λάθος. Σε αυτό πρέπει να προστεθεί η σκέψη ότι ο πολιτικός χρόνος δεν είναι άφθονος για ένα πείραμα «κυβέρνησης της Αριστεράς», καθώς η μετατόπιση των εκλογών προς την κατεύθυνση του 2016, αν ξεπεραστεί από τους μνημονιακούς ο «κάβος» των προεδρικών εκλογών του 2015, θα μας οδηγήσει όλους και όλες σε ένα ριζικά άλλο κοινωνικό τοπίο όπου α) είναι αβέβαιο που θα έχει καταλήξει η συζήτηση και διαχείριση της κρίσης χρέους
β) υπάρχει πιθανότητα να έχει υπάρξει μια μικρή ανάκαμψη από την καπιταλιστική κρίση υπό την έννοια μιας μικρής μείωσης της ανεργίας μέσω μιας στρατηγικής ανάπτυξης βασισμένες στα «φτηνά μεροκάματα» και τις επισφαλείς εργασιακές σχέσεις και γ) είναι αβέβαιο το σημείο όπου θα έχει μετατοπισθεί η μέχρι σήμερα συνθλιβή και ασφυξία των μεσαίων στρωμάτων και το αν θα έχουν ενισχυθεί διαφοροποιητικές κοινωνικές γραμμές εντός αυτών. Άρα, το συντομότερο που θα διεξαχθούν οι επικείμενες βουλευτικές εκλογές το θετικότερο θα είναι το αποτέλεσμα για τον ΣΥΡΙΖΑ και την Αριστερά συνολικότερα. Ο πολιτικός χρόνος λειτουργεί αντίστροφα για την Αριστερά από ό,τι για τις μνημονιακές δυνάμεις. Δεν μπορούμε, ακόμη, να παραβλέψουμε ότι η έντονη πόλωση του Ιουνίου 2012 έχει υποκατασταθεί από ένα μοντέλο διασποράς και κατάτμησης των ψήφων και η επιστροφή στην κάθετη πόλωση είναι πιθανή μεν αλλά αποτελεί μια μόνο από τις μελλοντικές εκδοχές των πραγμάτων. Αυτό δεν είναι άσχετο και από ορισμένες «μετριοπαθείς» στρατηγικές διαχείρισης του εκλογικού αποτελέσματος εκ μέρους της ηγεσίας μας (ομιλία στον ΣΕΒ, λογική «κοινωνικού συμβολαίου» με τους καπιταλιστές, προτάσεις συνδιαχείρισης της τρέχουσας πολιτικής με ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, συζήτηση για το θέμα Σουλτς κλπ).

Από την άλλη πλευρά, είναι εξαιρετικής σημασίας η από εδώ και πέρα διείσδυσή μας στον χώρο της αποχής, των λευκών, των ακύρων και της γενικευμένης απαξίωσης του πολιτικού συστήματος. Πρόκειται για μια δεξαμενή, η οποία και μεγάλη είναι (π.χ. αποχή 42 % στις ευρωεκλογές και 1.700.000 λιγότεροι ψηφοφόροι σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές του 2004 , βλ. και σε Χριστόφορου Βερναρδάκη «Ευρωεκλογές 2014-οι βασικές διαιρετικές τομές του εκλογικού σώματος» www.rednotebook.gr ) αλλά και μπορεί να ενισχύσει σημαντικά, αν δεν επηρεαστεί από την Αριστερά, τα φασιστικά, ακροδεξιά και μπερλουσκονικά πολιτικά μορφώματα. Αντίθετα προς ότι συχνά υποστηρίζεται, η διείσδυση και ηγεμονία στον χώρο της αποχής και του λευκού προϋποθέτει μια ριζοσπαστικοποίηση και ανάδειξη των πιο ρηξιακών στοιχείων στην ιδεολογία και πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, μια αριστερή ριζοσπαστικοποίηση ενάντια σε μια δεξιά ριζοσπαστικοποίηση. Προϋποθέτει μια πολιτική εκφορά κατά την οποία δεν είμαστε «όλοι το ίδιο» αλλά και γίνεται πιστευτό ότι οι άνθρωποι θα βιώσουν πραγματικές και σημαντικές αλλαγές στην ζωή τους από την αλλαγή του κυβερνητικού κέντρου εξουσίας και την αμφισβήτηση των δομών της εξουσίας. Αντιθέτως, εκφορές καθησυχασμού προς τα κέντρα εξουσίας ή και προθέσεις συνδιαχείρισης των σημερινών υπαρκτών κρατικών πολιτικών δεν μπορεί παρά να «ανησυχούν» τον χώρο της αποχής και του λευκού αλλά ακόμη και σημαντικά τμήματα του κοινωνικού «μεσαίου χώρου». Ομοίως, η συστηματική πάλη κατά του φασισμού και η απεμπλοκή της από την «δικαστική οδό» μπορεί να αποδομήσει την «αντισυστημική» ρητορεία της Χρυσής Αυγής και να οδηγήσει απελπισμένα λαϊκά στρώματα στην φυσική τους κοίτη, την Αριστερά, ανακόπτοντας την διαδικασία εκφασισμού. Όμως, αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα από ιδεολογίες και πρακτικές συνταγματικού τόξου», οι οποίες ενισχύουν την εικόνα της Αριστεράς ως δυναμης του απαξιωμένου πολιτικού συστήματος.

«ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΣΥΜΜΑΧΟΥΣ»

Παραφράζοντας τον τίτλο του σημαντικού μυθιστορήματος της Σοφίας Νικολαϊδου (2012) «Απόψε δεν έχουμε φίλους», θα μπορούσαμε να διαπιστώσουμε ότι εμείς ως ΣΥΡΙΖΑ αυτήν την στιγμή , «απόψε δεν έχουμε συμμάχους». Αυτό αποτελεί ένα σημαντικό πρόβλημά μας και είναι ορθό να κατανοείται, αρκεί να μην βγάζει κανείς από αυτό λαθεμένα πολιτικά συμπεράσματα . Η διαδικασία διάλυσης της ΔΗΜΑΡ και των ΑΝΕΛ και διαχωρισμού προοπτικά όσων ακολουθούν αυτές τις δυνάμεις μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ, των μνημονιακών κομμάτων και ίσως (ως προς τους ΑΝΕΛ) και ομάδων της λαϊκής δεξιάς δείχνει μια μεγάλη κοινωνικοπολιτική ρευστότητα (πέραν και των υπαρκτών συστημικών μεθοδεύσεων) αλλά και ενισχύει την εικόνα ότι δεν υπάρχουν συγκροτημένες δυνάμεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν με κάποιο τρόπο μια αριστερή κυβέρνηση. Τα ίδια ισχύουν και στα «αριστερά μας». Η μεν απροκάλυπτη και ακραία εχθρότητα του ΚΚΕ – η οποία «νομιμοποιείται» εντός του μηχανισμού του και από δικές μας αδυναμίες-και ο σεχταριστικός του προσανατολισμός αλλά και η πολιτική αμηχανία των δυνάμεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλων μικρότερων ακροαριστερών σχηματισμών έναντι του ΣΥΡΙΖΑ αλληλοτροφοδοτείται με την χαμηλής εμβέλειας παρουσία και κινητοποίηση του λαϊκού παράγοντα και της κοινωνίας, η οποία οφείλεται σε κάποιο βαθμό αλλά όχι αποκλειστικά στην παρέμβαση των υποκειμένων της Αριστεράς : η φθίνουσα δυναμική του άμεσα κινητοποιούμενου λαϊκού παράγοντα τα τελευταία δυο χρόνια αποτελεί αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας καμπής της ταξικής πάλης, η οποία,όμως, ενισχύεται και από τις αβελτηρίες της Αριστεράς.

Παρά το γεγονός ότι η πρόταση για κυβέρνηση της Αριστεράς συνδέεται αναπόσπαστα με την αναγκαία συνέχιση της ενωτικής απεύθυνσης προς ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, Σχέδιο Β' και άλλες δυνάμεις της Αριστεράς, δεν μπορούμε να έχουμε την αυταπάτη ότι η πρότασή μας, ακόμη και αν συνεχίσει να εκφωνείται παρά τις αρνήσεις, θα έχει στο ορατό μέλλον θετική ανταπόκριση στο επίπεδο των ηγεσιών των λοιπών οργανώσεων της Αριστεράς. Μια απάντηση με όρους «σοσιαλφασισμού» ή με όρους μοιρολατρικής αποδοχής «μιας μη αναστρέψιμης δεξιάς στροφής του ΣΥΡΙΖΑ» θα είναι και στο άμεσο μέλλον τα κύρια μοτίβα των πολιτικών απαντήσεων. Ο γραφειοκρατικός σεχταρισμός και ο φόβος της «απώλειας ελέγχου» από την πλευρά του ΚΚΕ αλλά και η αίσθηση αδυναμίας παρέμβασης σε συνδυασμό με αμιγώς «ταυτοτικές στρατηγικές» στα λοιπά κόμματα και οργανώσεις της Αριστεράς θα συνεχίσουν να ανακύπτουν. Συνεπώς, η στρατηγική παρέμβασης στην «αποχή και το λευκό», η στρατηγική ανάσχεσης του φασισμού ως αντισυστημικής λύσης και το άνοιγμα στα κινήματα της νεολαίας και των ανέργων (ομάδων δηλαδή όλο και πιο διαχωρισμένων από το λοιπό κοινωνικό σώμα) και δευτερευόντως η περαιτέρω απίσχναση της βάσης των μνημονιακών κομμάτων πρέπει να συνδυασθούν με μια στρατηγική Ενιαίου Αριστερού Μετώπου από τα κάτω, παρά και σε αντίθεση με τις ακαμψίες και τις αδυναμίες των λοιπών οργανώσεων της Αριστεράς. Η συγκρότηση του Ενιαίου Μετώπου από τα κάτω και με βάση τα κοινωνικά προβλήματα μπορεί να υποκαταστήσει το ανενεργό Ενιαίο Μέτωπο από τα πάνω. Η προβληματική των Λαϊκών Επιτροπών Αγώνα, την οποία ουδέποτε εφαρμόσαμε στην πράξη, οφείλει να επανακάμψει. Μπορεί δε να αποτελέσει και την βάση ενός κοινωνικά και αγωνιστικά πολύμορφου αλλά ταυτόχρονα και εκλογικά αυτοδύναμου ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτό το πλαίσιο, είμαστε υποχρεωμένοι να απορροφήσουμε τις γνήσιες και αριστερές κοινωνικές αντανακλάσεις της αντίθεσης στα κέντρα εξουσίας της Ε.Ε. και να μην συνταυτίζουμε τις «αριστερές» και τις «δεξιές» εκδοχές του λεγόμενου «ευρωσκεπτικιμού» -ενός πράγματος τόσο ενιαίου όσο ήταν κάποτε το μόρφωμα του «ολοκληρωτισμού» στο απώγειο του Ψυχρού Πολέμου.

Όμως, κανένα Ενιαίο Μέτωπο της κοινωνικής και πολιτικής Αριστεράς και του λαϊκού κόσμου δεν μπορεί να προχωρήσει όσο στηριζόμαστε σε μηντιακές περσόνες και τρόπους πολιτικής αναπαραγωγής και όσο ευελπιστούμε να αξιοποιήσουμε φθαρμένα στελέχη και φθαρμένα υλικά του πασοκικού και του κεντροαριστερού παρελθόντος. Όπως έδειξε και η εμπειρία από την περίπτωση της υποψηφιότητας Βουδούρη , αυτά τα υλικά δεν έχουν σημαντικό πολιτικό και εκλογικό μέλλον ούτε οδηγούν σε μια αποτελεσματική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Ούτε έχει νόημα να συνδιαχειριστούμε τις ανούσιες ζωές και πολιτικές των «μνημονιακών άλλων» ούτε έχει νόημα να λύσουμε το πρόβλημα της τρέχουσας απουσίας συμμάχων αποκαθιστώντας τους μνημονιακούς πολιτικούς και μηχανισμούς της πρώτης ή της δεύτερης γενεάς. Η Αριστερά, αν θέλει να ηγεμονεύσει, πρέπει να είναι όχι μόνο μια ισχυρή αλλά και μια ηθική δύναμη. Αυτό που ήταν η πεποίθηση του Γκράμσι συνεχίζει να αποτελεί αναγκαιότητα και για το σήμερα, για την Αριστερά του 21ου αιώνα.

Ετικέτες