Στις 12 Δεκεμβρίου ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του 39ου συνεδρίου της ΑΔΕΔΥ το οποίο διήρκησε 4 ημέρες από την Τρίτη 9/12 έως και την Παρασκευή 12/12.
Στις 12/12 η μόνη διαδικασία ήταν η ψηφοφορία για την ανάδειξη του νέου Γενικού Συμβουλίου. Επίσης η 1η μέρα -9/12- αφιερώθηκε πλήρως στην αναγνώριση αντιπροσώπων από τις ομοσπονδίες. Πρακτικά, συζήτηση για τα ζητήματα των εργαζομένων στον Δημόσιο Τομέα πραγματοποιήθηκε από την Τετάρτη το μεσημέρι μέχρι και την Πέμπτη το απόγευμα, καθώς την Πέμπτη 11-12 το βράδυ έγιναν οι ψηφοφορίες. Για να λέμε βέβαια την αλήθεια εάν κάποιος ερχόταν από την Τετάρτη το μεσημέρι μέχρι την Πέμπτη το απόγευμα στον χώρο του συνεδρίου, θα έβρισκε μπόλικο χώρο για να κάτσει και να παρακολουθήσει καθώς πάνω από το 40% των καρεκλών των συνέδρων ήταν άδειες. Αυτές οι καρέκλες που την Πέμπτη το βράδυ -λίγο πριν την ώρα των ψηφοφοριών δηλαδή- γέμισαν κυρίως με συνέδρους εκλεγμένους με τα ψηφοδέλτια της ΔΑΚΕ (ΝΔ) της ΔΗΣΥΠ (ΠΑΣΟΚ) για να αδειάσουν και πάλι σχετικά νωρίς.
Ένα συνέδριο που έγινε στην συγκυρία σχεδόν 6,5 χρόνων διακυβέρνησης από την ΝΔ. Μιας κυβέρνησης που απροκάλυπτα έχει κηρύξει τον πόλεμο σε όλο το φάσμα των εργασιακών συνθηκών στο Δημόσιο απ΄ την μία, απ’ την άλλη είναι προφανές ότι τα Δημόσια Αγαθά ως τέτοια, έχουν μπει στο στόχαστρο. Παράλληλα, την τελευταία τριετία δέχεται επίθεση και ένα απ’ τα εργαλεία αλλαγής της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή ο ίδιος ο συνδικαλισμός. Χαρακτηριστικό των προθέσεων της κυβέρνησης είναι ότι μετά από την μεγαλύτερη πολιτική Απεργία της μεταπολίτευσης –αυτήν της 28ης Φλεβάρη– ανακοίνωσε ότι το μήνυμα ήταν περισσότερη αξιολόγηση στο Δημόσιο και αναθεώρηση του άρθρου του Συντάγματος που αφορά την μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων –σε ελεύθερη μετάφραση, απολύσεις σε όσους δεν είναι κομματικά αρεστοί. Ένα συνέδριο που έγινε μέσα στην περίοδο των αγροτικών κινητοποιήσεων και οι οποίες χρωμάτισαν το συνέδριο.
Πολλά θα μπορούσε να γράψει κάποιος για τον οικονομικό απολογισμό της Ομοσπονδίας o οποίος κοινοποιήθηκε στους αντιπροσώπους. Συνηθίζεται στις κριτικές για το συγκεκριμένο ζήτημα να γράφονται για αχρείαστα έξοδα της Ομοσπονδίας. Εγώ θα επικεντρωθώ σε αυτό που συμπυκνώνει το συνδικαλιστικό πρόβλημα που θα περιγραφεί και παρακάτω. Τα δικαστικά έξοδα της ΑΔΕΔΥ την τελευταία τριετία ήταν 2.800 ευρώ, δηλαδή ούτε 1.000 ευρώ τον χρόνο για το κορυφαίο συνδικαλιστικό όργανο των Δημοσίων Υπαλλήλων. Όταν ζούμε σε μια περίοδο όπου η κυβέρνηση τρέχει τους εργαζόμενους και τα σωματεία τους στα δικαστήρια για ψύλλου πήδημα! Υπενθυμίζεται ότι η ΑΔΕΔΥ περιλαμβάνει 36 ομοσπονδίες του Δημοσίου. Σε μόλις 2 εκ των οποίων –ΔΟΕ και ΟΛΜΕ– έχουν μοιραστεί τουλάχιστον 1.500 πειθαρχικά, παράνομα, για το ζήτημα της αξιολόγησης! Οι δικαστικές μάχες σαφώς υποτιμώνται από την Ομοσπονδία με εξαίρεση την διεκδίκηση του 13ου και 14ου μισθού, όπου συμβαίνει το ανάποδο...
Στους ελάχιστους κοινούς τόπους της θεματολογίας του συνεδρίου για την συντριπτική πλειοψηφία των συνέδρων ανεξάρτητα από την ομοσπονδία που προέρχονταν ή το ψηφοδέλτιο που εξελέγησαν ήταν το ζήτημα της ακρίβειας και των μισθών. Όχι άλλωστε τυχαία, καθώς εν έτει 2025 οι εργαζόμενοι στον Δημόσιο Τομέα –μόνιμοι ή συμβασιούχοι– είναι απ’ τους πλέον κακοπληρωμένους μισθωτούς στην χώρα μας. Υπενθυμίζουμε ότι οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο –μόνιμοι η συμβασιούχοι– δεν λαμβάνουν 13ο - 14ο μισθό εδώ και 14 χρόνια πλέον, δεν τους αναγνωρίζεται η προϋπηρεσία για μισθολογική ανέλιξη την διετία 2016-2017 και η παρακρατηθείσα εισφορά υπέρ ανεργίας η οποία θεσμοθετήθηκε μέσα στα μνημόνια, εδώ και πάνω από 2 χρόνια δεν μας αποδίδεται αδικαιολόγητα, καθώς η ανεργία έχει πέσει κάτω από 10%[1]! Στις τουριστικές περιοχές πολλοί Δημόσιοι Υπάλληλοι δουλεύουν κανονικά στον τουρισμό την θερινή σεζόν. Οι συμβασιούχοι δε, οι οποίοι ενώ στην συντριπτική τους πλειοψηφία καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες βρίσκονται στα επίπεδα του 25%, δηλαδή 1 στους 4 εργαζόμενους του Δημοσίου είναι συμβασιούχος. Σε αυτό το ποσοστό πρέπει να συνυπολογίσουμε ότι δομές όπως ο στρατός ή η αστυνομία έχουν ελάχιστους συμβασιούχους. Επίσης σε μια σειρά από χώρους του Δημοσίου -πχ εκπαίδευση- πέρασε μια δεκαετία -2010 με 2020- μηδενικών διορισμών και χιλιάδων συνταξιοδοτήσεων! Στην εκπαίδευση επιπρόσθετα, τα τελευταία 2 χρόνια είναι σαφής πολιτική επιλογή να καθυστερούν τις φάσεις προσλήψεις των ελαστικά εργαζομένων συναδέλφων για να εξοικονομούν κονδύλια. Αποτέλεσμα οι συνάδελφοι μένουν άνεργοι για περισσότερο χρονικό διάστημα ενώ παράλληλα τα παιδιά είτε δεν κάνουν μάθημα είτε στην περίπτωσης της Ειδικής Αγωγής στερούνται των δικαιωμάτων τους. Οι νέες ρυθμίσεις δε για το επίδομα ανεργίας βυθίζουν οικονομικά περισσότερο τους ελαστικά εργαζόμενους καθώς είτε αργούν να πάρουν τα χρήματα του ταμείου ανεργίας στα χέρια τους είτε δεν μπορούν να αξιοποιήσουν τα χρήματα όπως ορίζουν αυτοί, καθώς επί της ουσίας το 50 % του επιδόματος ανεργίας δίνεται μέσω κουπονιών! Αυτή την στιγμή, ένας μόνιμος Δ.Υ Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης με 16 χρόνια προϋπηρεσίας ή με 12 χρόνια και 1 μεταπτυχιακό με συνάφεια πάνω στο αντικείμενο εργασίας του αμείβεται με περίπου 1.150 ευρώ για 12 μισθούς τον χρόνο.
Ένα τμήμα της ατζέντας για τους αντιπροσώπους των συνέδρων αρκετών παρατάξεων –κυρίαρχα αυτών που ψήφισαν την απεργία στις 16 Δεκέμβρη (βλέπε παρακάτω)– ήταν κοινό, με διαφορετικούς χρωματισμούς, ιεραρχήσεις αλλά και προτάσεις για το πώς το συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να συμβάλει στην έξοδο από το παρούσα κατάσταση. Χοντρικά η συζήτηση μεταξύ των συγκεκριμένων αντιπροσώπων κινήθηκε σε 2 θεματικές δηλαδή α) διάλυση εργασιακών δικαιωμάτων των Δημοσίων Υπαλλήλων β) απαξίωση/διάλυση/ιδιωτικοποίηση των Δημόσιων Αγαθών και Υπηρεσιών. Κι ενώ όπως γράφτηκε το παραπάνω φόντο αναγνωρίστηκε από την πλειοψηφία των αντιπροσώπων, το εργαλείο για να απαντηθεί η συγκεκριμένη κατάσταση, δηλαδή το συνδικαλιστικό κίνημα μετά την ψήφιση του νέου πειθαρχικού στο Δημόσιο, υποτιμήθηκε από το Συνέδριο.
Η κατεύθυνση του νέου πειθαρχικού είναι ένα νέο Ιδιώνυμο που απειλεί να μας ξαναγυρίσει στο 1950 εκεί που η απεργία –και όχι μόνο– απαγορευόταν συνταγματικά στους Δ.Υ σαν πράξη αντεθνική. Το νέο πειθαρχικό ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ορίσει τα πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά των νεοπροσλαμβανόμενων Δ.Υ ΠΡΙΝ την πρόσληψή τους, το πράττει μετά[2]. Απλές διαμαρτυρίες για ελλείψεις στις δημόσιες υποδομές, τιμωρούνται αυστηρά, η άρνηση για την αξιολόγηση, δηλαδή για ένα καθήκον που δεν υπήρχε καν μέχρι το 2022 (!) εξισώνεται με αδικήματα όπως πλαστογραφία ή υπεξαίρεση!! Το βάθος όμως του νέου πειθαρχικού είναι πολύ πιο σοβαρό, ιδιαίτερα αν σκεφτούμε τι έχουμε μπροστά μας. Εάν μπροστά μας έχουμε μια περίοδο πολεμικής προετοιμασίας, είναι φανερό ότι ο προσανατολισμός και η ισχύς της κρατικής μηχανής είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Επομένως ο συνδικαλισμός, οι αντιστάσεις και οι επιμέρους νίκες απέναντι σε αυτή την κατεύθυνση δεν είναι ζήτημα των εργαζομένων στο Δημόσιο, αλλά κεντρικά πολιτικό, κοινωνικό[3]. Έχουμε να κάνουμε πολλά βήματα σαν συνδικαλιστικό κίνημα για να προετοιμάσουμε με σοβαρούς όρους την μάχη απέναντι στο νέο πειθαρχικό αλλά και για να ρίξουμε γέφυρες στην υπόλοιπη κοινωνία για το συγκεκριμένο ζήτημα.
Η μόνη απόφαση που πήρε το Συνέδριο ήταν η προκήρυξη της απεργίας 16 Δεκέμβρη ενάντια στον προϋπολογισμό του 2026, στηρίζοντας παράλληλα τα αιτήματα των αγροτών. Η ψηφοφορία στηρίχθηκε από τους αντιπροσώπους εκλεγμένους με τα ψηφοδέλτια των Παρεμβάσεων, της ΔΑΣ (ΚΚΕ), της ΑΝΑΤΡΟΠΗΣ, της ΕΑΣ και μεμονωμένων αντιπροσώπων άλλων δυνάμεων. Η πρόταση των Παρεμβάσεων για απεργία–αποχή από την αξιολόγηση σε όλο το Δημόσιο (νόμος Βορίδη) στηρίχτηκε από τους συνέδρους της ριζοσπαστικής/επαναστατικής αριστεράς και μεμονωμένους αντιπροσώπους άλλων παρατάξεων. Η συντριπτική πλειοψηφία των συνέδρων των ΔΑΣ, ΔΑΚΕ, ΔΗΣΥΠ, ΕΑΕΚ (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕΑΡ, Κινημα Δημοκρατιάς κλπ), Ανατροπή, δεν την ψήφισαν. Ίσως θα ήταν καλύτερα αν αμέσως μετά την υπερψήφιση της απεργίας, να έμπαινε ψήφισμα ενάντια στο νέο πειθαρχικό νομοσχέδιο, ώστε σε περίπτωση υπερψήφισής του, η Ομοσπονδία να έχει κατεύθυνση για το συγκεκριμένο ζήτημα από το κορυφαίο της όργανο.
Αμέσως μετά, είχαμε την αποχώρηση των συνέδρων ΔΗΣΥΠ και ΔΑΚΕ και κάπως έτσι το συνέδριο έληξε. Σε συνέχεια της τακτικής στην ΟΛΜΕ, η πλειοψηφία των συνέδρων των συγκεκριμένων παρατάξεων αποχωρούν όταν μειοψηφούν σε ορισμένες ψηφοφορίες. Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι διάφοροι αντιπρόσωποι προερχόμενοι από τα ψηφοδέλτιά τους έχουν το θράσος να κάνουν μαθήματα δημοκρατίας. Απ’ την μία δεν πατάνε στην διαδικασία του συνεδρίου, απ’ την άλλη στις ψηφοφορίες όταν μειοψηφήσουν, αποχωρούν, διαλύοντάς το στην πράξη.
Για τις παρατάξεις…
Οι αντιπρόσωποι οι οποίοι είχαν εκλεγεί με τα ψηφοδέλτια της ΔΗΣΥΠ κυρίως έβαζαν στην κουβέντα το μισθολογικό ζήτημα και τα ζητήματα ακρίβειας, ρίχνοντας το βάρος της δικαίωσης των διεκδικήσεων σχεδόν αποκλειστικά στην απόφαση της δίκης του ΣτΕ που έγινε τον Ιούνιο του 2025 για το συγκεκριμένο ζήτημα. Επίσης στηλίτευσαν την διάλυση και απαξίωση του Δημόσιου Τομέα από την κυβέρνηση. Δεν έλειψαν οι αναφορές στη νομοθεσία και τα μισθολογικά του ΠΑΣΟΚ του…. Ανδρέα (ένας είναι ο Ανδρέας), καλώντας όλους τους υπόλοιπους σε μια μεγάλη κεντροαριστερή παράταξη που θα συμβάλλει στην νέα πολιτική αλλαγή. Διόλου τυχαία στις ιστορικές αναφορές τους, τα ονόματα Σημίτης, Γιώργος Παπανδρέου, Ευάγγελος Βενιζέλος δεν ακούστηκαν ούτε μια φορά. Επίσης είναι κάπως κωμικό να επικαλείσαι την πολιτική αλλαγή στην κοινωνία όταν στην διαδικασία του ίδιου του συνεδρίου στις ψηφοφορίες ταυτίζεσαι με την κυβερνητική ΔΑΚΕ…
Η ΔΑΚΕ προσήλθε στο συνέδριο εμφανώς για να κάνει damage control. Γνωρίζοντας εκλογικά ότι, για πρώτη φορά μετά το 37ο συνέδριο –2019– θα έχανε την 1η θέση και μάλιστα όχι από την συμπλέουσα γενικά ΔΗΣΥΠ, προσπάθησε να μην παρθεί κάποια απόφαση που θα διασαλεύσει την εργασιακή ειρήνη και την αποφασιστική υπεράσπιση των αγαθών που εγγυάται ο Δημόσιος Τομέας. Εξαίρεση σε αυτή την μετριοπαθή στάση, ορισμένες επιθετικές τοποθετήσεις συνέδρων της. Πχ «είμαστε με τους αγρότες αρκεί να μην κλείνουν δρόμους λιμάνια, αεροδρόμια κλπ.» δήλωσε σύνεδρος της συγκεκριμένης παράταξης για να αποδοκιμαστεί από την συντριπτική πλειοψηφία του σώματος.
Για την ΕΑΕΚ λίγα πράγματα μπορούν να ειπωθούν, πέραν του ότι η απομείωση της παράταξης του παλιού ΣΥΡΙΖΑ δεν έρχεται μόνο από τα πάνω, δηλαδή από τις συνεχείς διασπάσεις του συγκεκριμένου πολιτικού φορέα. Έρχεται και από τα κάτω, δηλαδή από την εμφανή αδυναμία να συγκροτήσουν μια αυτοτελή συνδικαλιστική ταυτότητα και γραμμή. Πέραν ενός γενικόλογου αντικυβερνητικού λόγου, όχι ιδιαίτερα οξυμένου είναι αλήθεια, υπάρχει εμφανής αδυναμία στο ερώτημα «τι να κάνει το συνδικαλιστικό κίνημα» για να αλλάξουν τα πράγματα. Πολλών δε μάλλον όταν σε πολλές Ομοσπονδίες λειτουργούν ως συμπλήρωμα της ΔΑΚΕ ή της ΔΗΣΥΠ[4]. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν παρά τις διακηρύξεις για ενότητα, έχουμε διάσπαση της παράταξης για την… καρέκλα.
Ο… Παναγιώτης και η ΔΑΣ.
Ο Ευτύχης Μπιτσάκης σημαντικός Μαρξιστής πανεπιστημιακός, στρατευμένος διαχρονικά στο κομμουνιστικό κίνημα, δυστυχώς έφυγε απ’ την ζωή πριν λίγους μήνες. Όσο ζούσε, έλεγε μια ιστορία. Τον καιρό που ήταν στην φυλακή όντας μέλος του ΚΚΕ, είχε την ευθύνη για την οργάνωση των κομματικών διαδικασιών, της εισήγησης κλπ. Σε μια κομματική διαδικασία η εισήγηση έγραφε ότι στην διεθνή συγκυρία το κομμουνιστικό κίνημα πήγαινε καλά, στην χώρα το ΚΚΕ τα πήγαινε καλά κλπ. Στο τέλος της διαδικασίας παρατήρησε ότι ένας απλός, αγράμματος άνθρωπος, ο Παναγιώτης δεν είχε μιλήσει καθόλου μέσα στην διαδικασία και μετά από αυτήν καθόταν σκεπτικός. Τον ρώτησε τι έχει, για να λάβει την εξής απάντηση: «Έξω πάμε καλά, μέσα πάμε καλά, ο Παναγιώτης είναι όμως ακόμη μέσα στην φυλακή».
Η ΔΑΣ έγραψε μια εμφατική εκλογική νίκη στο 39ο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ κατακτώντας την 1η θέση στην ψηφοφορία για το Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ. Είναι προφανές ότι πρόκειται για ιστορική αλλαγή σκυτάλης στην ΑΔΕΔΥ και στο συνδικαλιστικό κίνημα η οποία κατά την γνώμη μου επισκιάστηκε μεν, αλλά σε μικρό βαθμό, από την αντιφατική πρακτική που είχαν οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΚΚΕ στην απεργία της 16ης Δεκεμβρίου. Υπενθυμίζεται ότι ενώ μέσα στο 39ο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ οι αντιπρόσωποι της ΔΑΣ στήριξαν την πρόταση για απεργία στις 16 Δεκέμβρη –ημέρα ψήφισης του προϋπολογισμού– στον ιδιωτικό τομέα «πέταξαν χαρταετό» είτε μη συμπράττοντας σε προτάσεις για γενίκευση της συγκεκριμένης απεργίας -πχ στο ΕΚΑ- είτε διατηρώντας απογευματινά συλλαλητήρια τα οποία είχαν εξαγγείλει νωρίτερα και τα οποία εκ των πραγμάτων, από την στιγμή που είχε προκηρυχθεί Απεργία την ίδια ημέρα, λειτουργούσαν υπονομευτικά ως προς αυτήν. Το πρόβλημα όμως της ιστορίας με τον Παναγιώτη παραμένει. Είναι δεδομένο ότι η πρωτιά στην ΑΔΕΔΥ θα προσφέρει αυξημένες δυνατότητες διεύρυνσης της κομματικής επιρροής του ΚΚΕ, αυτό όμως αφορά τα μέλη του ΚΚΕ και τις επιρροές του. Τι γίνεται όμως με την πραγματικότητα που βιώνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι από την στιγμή μάλιστα που η παρούσα κυβέρνηση αποδεικνύει συνεχώς ότι είναι εξαιρετικά επικίνδυνη; Για να το γράψω ακόμη πιο απλά και για μόνο ένα από τα ζητήματα του Δημοσίου. Απέναντι στην απειλή να αναιρεθεί η Μονιμότητα των Δ.Υ ποια είναι η συνδικαλιστική πρόταση της παράταξης με την μεγαλύτερη εκπροσώπηση, άρα και ευθύνη, στην ΑΔΕΔΥ ώστε να μην γίνει αυτή η απειλή πραγματικότητα; Γιατί αλλαγή στην ηγεσία των συνδικάτων είδαμε και αλλού. Πόσο η αλλαγή αυτή άλλαξε προς το καλύτερο την πραγματικότητα των εργαζομένων[5];
Για την συνδικαλιστική ριζοσπαστική/επαναστατική Αριστερά
Ο χώρος των Παρεμβάσεων, της ΕΑΣ και άλλων δυνάμεων με αναφορά στην ριζοσπαστική Αριστερά, μέσω των τοποθετήσεών του είχε αρκετά συγκλίνουσες τοποθετήσεις ως προς την περιγραφή της κατάστασης. Βασικά στοιχεία των αντιπροσώπων αυτού του χώρου ήταν: α) Η ανάδειξη του πολεμικού προϋπολογισμού της ελληνικής κυβέρνησης με ευθύνη της ΕΕ, του ΝΑΤΟ. Β) Η καταγγελία του δημοσιονομικού σφαγείου της λιτότητας, της ακρίβειας, της έντασης της φορολογίας, με καθηλωμένους μισθούς πείνας και πετσοκομμένα δικαιώματα. Γ) Η ανάδειξη του ρόλου του κράτους του Ισραήλ στην γενοκτονία του Παλαιστινιακού Λαού. Δ) Η καταγγελία των ιδιωτικοποιήσεων, της απαξίωσης του Δημοσίου και της εμπορευματοποίησης των δημόσιων αγαθών. Η ανάδειξη της ατομικής αξιολόγησης, του νέου πειθαρχικού ως όργανο για την γενικευμένη καταστολή των εργαζομένων, βάζοντας στο στόχαστρο την κυβερνητική πολιτική. Είναι κρίσιμο ότι ο «γαλαξίας» του συγκεκριμένου χώρου έχει εκπροσωπήσεις στον Δημόσιο Τομέα, ωστόσο είναι εξαιρετικά σημαντικό να μην αυτοβαυκαλιζόμαστε. Οι εκπροσωπήσεις αφορούν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες αλλά και τα αποτελέσματα συνολικά του συγκεκριμένου χώρου δεν είναι ικανοποιητικά[6]. Και είναι φοβερά αντιφατικό ο χώρος αυτός να συνεργάζεται αρμονικά εδώ και 6 χρόνια τουλάχιστον σε Γενικά Συμβούλια και Εκτελεστικές Επιτροπές και όταν φτάνει η κρίσιμη ώρα του συνεδρίου να μην υπάρχει μια τολμηρή πρόταση ενοποίησης του χώρου –αλλά και διεύρυνσης του– που απ’ την μία θα έδινε περισσότερο οξυγόνο στα μέλη του αλλά θα έθετε και μεγαλύτερες ευθύνες για όλους μας στο συνδικαλιστικό κίνημα.
Και τι κάνουμε;
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια διεθνή συγκυρία με μεγάλες αναταράξεις, εσωτερικά έχουμε μια κυβέρνηση η οποία απ΄ την μία παίζει τα ρέστα της επιτιθέμενη σε όλο το φάσμα λειτουργίας του Δημοσίου Τομέα και στον συνδικαλισμό ως τέτοιο, απ’την άλλη όμως εμφανίζεται πιο πληγωμένη παρά ποτέ. Το 39ο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ εκλογικά ανέδειξε 1η δύναμη την ΔΑΣ και η πλειοψηφία των μελών της ΕΕ είναι ενάντια στην κυρίαρχη πολιτική που ασκείται (9 στην 17μελή ΕΕ της ΑΔΕΔΥ). Ως τώρα το πρόβλημα με την ΑΔΕΔΥ –και τις Ομοσπονδίες γενικότερα– δεν ήταν κατά βάση ότι συμφωνούσαν με τις κυβερνητικές πολιτικές. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι έβλεπαν τα τραίνα (την κυβερνητική πολιτική δηλαδή) να περνούν χωρίς να κάνουν το αυτονόητο –να είναι αγωνιστικές και αποφασιστικές απέναντι σε αυτήν. Σε αυτές τις πρωτότυπες συνθήκες λοιπόν τι είναι εφικτό να γίνει;
Α) Δήλωση των προθέσεων της Ομοσπονδίας προς τα 36 μέλη της. Το νέο ΓΣ και η ΕΕ οφείλουν να σαλπίσουν την αλλαγή σελίδας στην ΑΔΕΔΥ από μια αδρανή σχετικά Ομοσπονδία σε ένα συνδικάτο Αγωνιστικό και Αποφασιστικό απέναντι στην προβλήματα των Δ.Υ και του Δημοσίου ευρύτερα.
Β) Αξιοποίηση «όλων των μέσων» που θα υπηρετούν αυτή την κατεύθυνση προοπτικά. Δεν μπορεί να υπάρχει η παραδοχή ότι χωρίς μεγάλο απεργιακό γεγονός δεν γίνεται να αλλάξουν τα πράγματα, να βρισκόμαστε σε συνθήκες πρωτοφανούς ακρίβειας και ταυτόχρονα να μην μετράμε μισό βήμα στην συγκρότηση απεργιακών ταμείων ή σοβαρής προετοιμασίας για δομές αλληλεγγύης της κοινωνίας προς απεργούς Δ.Υ. Δεν μπορεί ο νομικός κόσμος να βοά ότι το νέο πειθαρχικό των Δ.Υ είναι ευθέως αντισυνταγματικό –αυτός είναι ένας απ’ τους λόγους που η κυβέρνηση θέλει την συνταγματική αναθεώρηση– και η ΑΔΕΔΥ να μην φροντίζει τόσο για την νομική τεκμηρίωση αυτού του γεγονότος όσο και για την δημοσιοποίησή του.
Γ) Σχεδιασμός σε βάθος χρόνου για την Ομοσπονδία και το σημαντικότερο, εμπιστοσύνη στους ίδιους τους εργαζόμενους. Η εμπειρία έχει δείξει ότι οι δυνάμεις της αδράνειας συντεταγμένα κι από κοινού, θα βάλουν πρόσκομμα σε όποια αγωνιστική απόφαση πάει να ταρακουνήσει τα νερά. Απέναντι σε αυτή την συνθήκη και δεδομένου του συσχετισμού, αυτό μπορεί εύκολα να καταλήξει είτε σε συμπαθητικά ψηφίσματα για το Α ή το Β ζήτημα τα οποία όμως στην πραγματικότητα ορίζουν πολύ λίγα πράγματα. Μπορεί να καταλήξουν στην άλλη ακόμη χειρότερα πρακτική. Δηλαδή οι παρατάξεις να κατεβάζουν πλαίσια στα όργανα της ομοσπονδίας για όλα τα ζητήματα, να παίρνουν την ψήφο τους η κάθε μία, να μην υπάρχει πλειοψηφία και η Ομοσπονδία να συνεχίζει να βουλιάζει στην αδράνεια. Δεν είναι εύκολο λοιπόν να κόψεις τον παραπάνω γόρδιο δεσμό και για να το κάνεις, η απάντηση οφείλει να είναι ανοιχτή και προς τα κάτω.
1) Ιεράρχηση των ζητημάτων κι ανάδειξη αυτοτελώς ορισμένων, ανάλογα με την συγκυρία κι όχι δήθεν συνολικές εισηγήσεις που τελικά δεν έχουν συγκεκριμένες αιχμές. Λίγοι κινητοποιούνται «επειδή είναι χάλια η κατάσταση», περισσότεροι όμως εάν η δράση τους φέρνει αποτέλεσμα ως προς κάτι συγκεκριμένο όπως πχ το στεγαστικό ή η κατάργηση κάποιας δημόσιας δομής. 2) εισήγηση προς τις 36 ομοσπονδίες-μέλη για αποφασιστικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων εμπλέκοντας τα πρωτοβάθμια σωματεία 3) Ενωτικό κάλεσμα σε όλες τι αγωνιστικές δυνάμεις για κοινή εισήγηση, μέτωπο και σχεδιασμό. Δύσκολο; Πολύ. Ακατόρθωτο; Καθόλου, αρκεί να γίνουν κρίσιμες τομές στον τρόπο που διάφορες παρατάξεις κάνουν συνδικαλισμό –μεταξύ των οποίων και οι Παρεμβάσεις.
Ας το κάνουμε όπως έγινε το 2023, αμέσως μετά το έγκλημα των Τεμπών. Θυμίζω ότι την επόμενη του εγκλήματος των Τεμπών –να τη η αποφασιστικότητα– συνεδρίασε η ΕΕ της ΑΔΕΔΥ και προκήρυξε 24ωρη απεργιακή κινητοποίηση για τις 8 /3 με 2 μόνο αιτήματα. Την εναντίωση στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και την καταδίκη των ενόχων καταδεικνύοντας αυτούς τους 2 παράγοντες ως ενόχους για το έγκλημα. Οι δυνάμεις που στήριξαν την απόφαση -ανεξάρτητα τις διαφορές τους- στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων βάζοντας την πρόταση για Απεργία και στον ιδιωτικό τομέα, με την ηγεσία της ΓΣΕΕ να διαφωνεί. Αυτή η διαφωνία όμως έπεσε στο κενό καθώς δεκάδες Εργατικά Κέντρα πήραν απόφαση για απεργιακή κινητοποίηση στις 8/3 η οποία ήταν αρκετά μαζική[7]!
Είναι αναγκαίο να γίνει; Απολύτως, ώστε το 2028 οι σύνεδροι της ΑΔΕΔΥ στο 40ο συνέδριο να αποτιμούν ότι ήταν μεν μια πολύ δύσκολη τριετία σκληρών αγώνων, που οι εργαζόμενοι έστω και σε συγκεκριμένες μάχες νίκησαν κι όχι μια περίοδος που το Δημόσιο διαλύθηκε, τα εργασιακά δικαιώματα μπήκαν στο κρεβάτι του Προκρούστη κι οι Δημόσιοι Υπάλληλοι μετατράπηκαν στα ανθρωπάκια του Αϊχμαν, τα οποία είναι έτοιμα να εκτελέσουν οποιαδήποτε εντολή τους έρθει «από τα πάνω» ακόμα κι αν αυτή αντιβαίνει στην λογική, την ηθική, το δίκαιο, το Σύνταγμα…
*Αντιπρόσωπος της ΟΛΜΕ στο 39ο συνέδριο της ΑΔΕΔΥ εκλεγμένος με το ψηφοδέλτιο των Παρεμβάσεων Συσπειρώσεων Κινήσεων
[1]Εχει πέσει κάτω από 10% ωστόσο είναι η 3η υψηλότερη στην ευρωζώνη
[2]Οι πειθαρχικές διώξεις συναδέλφων και συναδελφισσών ακόμα και πριν την ψήφιση του νέου πειθαρχικού, επειδή δίδασκαν στα παιδιά για την γενοκτονία του Παλαιστινιακού Λαού, επειδή κατήγγειλαν, ελλείψεις σε προσωπικό έδειχναν από πέρυσι που θέλει η κυβέρνηση να οδηγηθούν τα πράγματα.
[3]Ας μην πάμε μακριά άλλωστε, η περίοδος του covid είναι πολύ διδακτική στο τι μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία όπου η κυβέρνηση εκμεταλλεύεται μια τρομακτική υπεροπλία στους ιδεολογικούς μηχανισμούς για να κάνει την κρατική μηχανή να δουλεύει εξαιρετικά καλοκουρδισμένα και αυταρχικά προς σημαντικά τμήματα της κοινωνίας.
[4]Ενδεικτικά, μια απλή αναζήτηση της λέξης « ΔΑΚΕ » στις κεντρικές προκηρύξεις των ΣΥΝΕΚ στην ΟΛΜΕ στα τελευταία συνέδρια της ΟΛΜΕ δεν θα δώσει κάποιο αποτέλεσμα. Όχι τυχαία αφού δεν υπάρχει καμία κριτική…
[5]Αυτό μένει να αποτιμηθεί στο συνέδριο της ΔΟΕ τον Ιούνιο. Ακόμα πιο εμφατική είναι η κατάσταση στους φοιτητές. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές οι διοικήσεις των Πανεπιστημίων διαγράφουν χιλιάδες φοιτητές και η κυρίαρχη μορφή πάλης ενάντια στο μέτρο της διαγραφής δεν έρχεται από τους φοιτητές αλλά από την Απεργία – Αποχή των εργαζόμενων στο Πανεπιστήμιο! Στην πραγματικότητα στους φοιτητές τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Πάνω από 51% η Αριστερά στις φοιτητικές εκλογές ,η ΠΚΣ αναδεικνύεται 1η δύναμη για 3η συνεχόμενη χρονιά και ακόμη δεν μετράμε ούτε ένα πραγματικό βήμα στην συγκρότηση πανελλαδικής ομοσπονδίας των φοιτητικών συλλόγων! Οι φοιτητές όχι απλά δεν έχουν τριτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο αλλά δεν μετράνε και βήματα προς την συγκρότηση αυτού!!
[6] Στο συνέδριο του 2016 οι δυνάμεις που αναφέρονταν στον συγκεκριμένο χώρο πήραν πάνω από 20% όταν το 2025 αντίστοιχα πήραν περίπου το μισό. Ακόμα κι αν συγκρίνουμε με το προηγούμενο συνέδριο 2022 έχουμε στασιμότητα γύρω στο 10% όταν τόσο η επίθεση που δεχθήκαμε ήταν πολύ μεγάλη όσο και η δράση των μελών μας στα σωματεία. Αλλά το πρόβλημα μάλλον δεν είναι πόσο τρέχεις αλλά και το τι ακριβώς κάνεις.
[7]Ας αναλογιστούμε αν στις 28/2/ 2025 θα είχαμε την μεγαλύτερη πολιτική απεργία της μεταπολίτευσης για το ίδιο ζήτημα εάν τότε δεν έβγαινε απεργιακή κινητοποίηση.
